Η Ιερά Πατριαρχική Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλί
Η εικόνα της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής σχετίζεται με την αποδιδόμενη τιμή στην Παναγία στο ομώνυμο αγίασμα έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, κοντά στη Σηλυβρία πύλη, που αργότερα έγινε γνωστό με το τουρκικό όνομα Μπαλουκλί.
Η Ιερά Πατριαρχική Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλί ιδρύθηκε κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο και χτίστηκε για πρώτη φορά από τον αυτοκράτορα Λέοντα Α’ τον Θράκα (457-374) στα μέσα του 5ου αιώνα, σε μια ειδυλλιακή και καταπράσινη περιοχή, απέναντι από την πύλη της Σηλυβρίας, ή αλλιώς την πύλη της Πηγής, στο μέρος όπου η Παναγία, σύμφωνα με την παράδοση, αποκάλυψε στον αυτοκράτορα με θαυματουργικό τρόπο την πηγή.
Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση, που αναφέρει ο Νικηφόρος Κάλλιστος, ο μετέπειτα αυτοκράτορας Λέων Α’ ο Θραξ, ο επονομαζόμενος και Μακέλλης, τον οποίο η Εκκλησία τιμά και ως Άγιο στις 20 Ιανουαρίου, όταν ως απλός στρατιώτης εισερχόταν στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό επαίτη, ο οποίος του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας ο Λέων για νερό, άκουσε την εξαίσια φωνή της Παναγίας, που του υπέδειξε την πηγή, λέγοντάς του: «Λέων είσελθε εντός», εννοώντας να μπει στο σκιερό μέρος όπου ανάβλυζε η πηγή. Ο Λέων ακολούθησε τις εντολές της Θεοτόκου, βρήκε την πηγή και έτριψε με λάσπη, που σχημάτισε από χώμα και από το νερό της, τα μάτια του τυφλού που ξαναβρήκε έτσι το φως του. Όταν θα γινόταν αυτοκράτορας, (του είπε η προφητική φωνή), θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην πηγή εκκλησία.
Πράγματι, όταν αργότερα ο Λέων ανέβηκε στον μεγαλύτερο θρόνο της Οικουμένης, ως αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας, έκτισε μια μεγαλόπρεπη εκκλησία προς τιμήν της Θεοτόκου στον χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε «Πηγή».
Κατά την παράδοση, στον ιερό χώρο της Πηγής στο Μπαλουκλί, μετέβαινε πάντοτε ο βυζαντινός Αυτοκράτορας με τη συνοδεία του, προκειμένου να υποδεχτεί στη Βασιλεύουσα τη μελλοντική σύζυγό του, εφόσον ο ερχομός της στην Πόλη γινόταν από τη στεριά.
Ήδη από τον 14ο αιώνα, ο Νικηφόρος Κάλλιστος γράφοντας για το αγίασμα της Πηγής, παραθέτει έναν κατάλογο 63 θαυμάτων της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλί.
Εκτός από την παράδοση του Λέοντος με τον τυφλό, στα θαύματα που απαριθμεί ο Κάλλιστος, πολλά από τα οποία αφορούν βασιλείς και ιεράρχες, συγκαταλέγονται και τρία που συχνά εικονογραφούνται στις παραστάσεις της Ζωοδόχου Πηγής:
α) η θεραπεία του δαιμονισμένου -αναγνωρίζεται από το δαίμονα που βγαίνει από το στόμα του ή από την αλυσίδα που είναι περασμένη στο λαιμό ή στο χέρι του,
β) η θεραπεία της στείρας γυναίκας -πρόκειται μάλλον για την αυτοκράτειρα Ζωή, τη μητέρα του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (905-959), που παριστάνεται με παιδί στην αγκαλιά της,
και γ) η νεκρανάσταση του βαριά αρρώστου Θεσσαλού, ο οποίος ξεκίνησε με το πλοίο για να θεραπευτεί στην Πηγή, πέθανε στο ταξίδι και αναστήθηκε, όταν ο καπετάνιος τον μετέφερε με φορείο στο αγίασμα και τον περιέλουσε με τρεις κουβάδες νερό του αγιάσματος της Μπαλουκλιώτισσας.
Μεταξύ των θαυμάτων αναφέρεται ότι θεραπεύτηκε κάποια Γλυκερία ονόματι, συγγενής της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, συζύγου του Ιουστινιανού, ωσαύτως κάποια Ευδοκία, αδελφή του Αυτοκράτορος Μαυρικίου, επίσης η αυτοκράτειρα Ειρήνη η οποία, από ευγνωμοσύνη, διέταξε και ξαναζωγράφησαν τις εικόνες της Θεοτόκου και του Σωτήρος, τις οποίες είχαν καταστρέψει προηγουμένως οι Εικονομάχοι Βασιλείς. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα προσέφερε χρυσά ιερά σκεύη, γιατί η Παναγία θεράπευσε εκεί την κόρη της από «ατάκτους» πυρετούς.
Ο Κάλλιστος περιγράφει τη μεγάλη αυτή εκκλησία με πολλές, αλλά λογοτεχνικές λεπτομέρειες, η περιγραφή του ωστόσο ταιριάζει περισσότερο, (σύμφωνα με ορισμένους μελετητές), στο μετέπειτα λαμπρό οικοδόμημα του Ιουστινιανού. Σε κάθε περίπτωση, είναι εξακριβωμένο το γεγονός ότι το 536 μ.Χ., στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον πατριάρχη Μηνά (536-552), μνημονεύεται η συμμετοχή του Ζήνωνος, ηγουμένου «του Οίκου της αγίας ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή».
Εκατό χρόνια αργότερα, ο μέγας αυτοκράτωρ Ιουστινιανός Α’, ο οποίος συνήθιζε να μεταβαίνει για κυνήγι στην περιοχή της Μπαλουκλιώτισσας, θα θεραπευθεί από το νερό της πηγής από τη λιθίαση που τον ταλαιπωρούσε, οπότε από ευγνωμοσύνη προς την Παναγία ανήγειρε λαμπρό ναό στη θέση αυτή, με υλικό που είχε απομείνει από την κατασκευή της Αγίας Σοφίας. Επί Ιουστινιανού Α’ θεωρείται πως ιδρύθηκε και η μονή κοντά στην ήδη υπάρχουσα εκκλησία. Ο ναός του Ιουστινιανού θα καταρρεύσει από σεισμό 227 χρόνια αργότερα και θα τον ξαναχτίσει η Ειρήνη η Αθηναία γύρω στο 800 μ.Χ., ενώ θα τον λαμπρύνουν οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής Δυναστείας Βασίλειος Α’ στα μέσα του 9ου αιώνα και Ρωμανός Λακαπηνός στα μέσα του 10ου αιώνα. Ο τελευταίος θα ξαναχτίσει για τέταρτη φορά τον ναό μετά την καταστροφή του από τον τσάρο των Βουλγάρων Συμεών.
