Στο ριζοβούνι η ελιά, στο κορφοβούνι ο πεύκος...
Στὸ ριζοβούνι ἡ ἐλιά, στὸ κορφοβούνι ὁ πεῦκος,
Χρόνους πολλοὺς γνωρίζονται κι ἀνεμοχαιρετιοῦνται.
Ἕνα πρωὶ λέει ἡ ἐλιὰ στὸν πεῦκο τὸ λεβέντη:
-Πεῦκο κρῖμα τὸ μπόϊ σου, κρῖμα καὶ τὴ θωριά σου
Καὶ νὰ ‘σαι δέντρο ἄκαρπο κι ἀνώφελο στὸν κόσμο!
-Σώπα, γριὰ κουφοδοντοῦ, ζαβὴ καὶ κοκκαλιάρα,
Ὅπου σὲ δέρνει ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸν καρπό του δίνεις...
Ἐγώ ‘μαι λεβεντόκορμος, παλληκαρὰς βουνίσιος!
Στὸν ἴσκιο μου ὁ ἀρματωλὸς ξεχνᾶ τὰ βάσανά του,
Κι ὅταν μολύβι δολερὸ τοῦ πάρει τὴ ζωή του
Ἐγὼ γι’ αὐτὸν μοιρολογῶ καὶ βαριαναστενάζω.
-Ἂν τὸν μοιρολογὰς ἐσὺ ἐγώ ‘μαι αὐτὴ ποὺ δίνω
λαδάκι στὴ μανούλα του καντήλι νὰ τ’ ἀνάψει,
καντήλι ἀσημοκάντηλο στῆς Παναγιᾶς τη χάρη,
νὰ λιώσει τὸ κορμάκι του ν’ ἀναπαυθεῖ ἡ ψυχή του!
Τὸ λόγο τέλειωσε ἡ ἐλιὰ κι ὁ πεῦκος δὲν τῆς κραίνει.
Γέρνει κατὰ τὸ μέρος της κι ἔτσι γερμένος μένει.
Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου (1852-1942)