Τὰ νιᾶτα τῆς γιαγιᾶς (του Μεσολογγίου)-Κωστής Παλαμάς (1883)

 

(Έξοδος του Μεσολογγίου - Θεόδωρος Βρυζάκης, έτος 1855 
Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου)

200 έτη από την Έξοδο του Μεσολογγίου



Τὰ νιᾶτα τῆς γιαγιᾶς


Πολλοὶ τὶς ἐτραγούδησαν, καὶ τόση χάρη ἔχουν 

οἱ χειμωνιάτικες νυχτιὲς ποὺ τὰ παιδάκια τρέχουν 

τριγύρω σ’ ἀσπρομάλισσα καὶ πρόσχαρη γριούλα 

γιὰ νὰ τ’ ἀκούσουν μὲ χαρὰ καὶ πότε μὲ τρεμούλα 

τὰ παραμύθια ποὺ θὰ πεῖ. Ἔξω χιονιᾶς, μαυρίλα, 

λαὶ μέσα λάμπουν στριμωχτὰ μὲς στὴ γωνιὰ τὰ ξύλα 

καὶ μὲ τὶς φλόγες τους μαζὶ προτοῦ νὰ γίνουν θράκια 

τριζοβολοῦνε, λιώνουνε γλυκὰ μὲ τραγουδάκια. 

Ὅμως ἡ νύχτα ἡ σημερνὴ δὲν ἔχει παραμύθια 

ὅπως τὸ θέλουν τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παλιὰ συνήθεια, 

οὔτε θ’ ἀκούσουν σὰν ἐψὲς ἀπ’ τῆς γιαγιᾶς τὸ στόμα 

τί ἔκαναν σὰν ἤτανε πολὺ μικρούλι’ ἀκόμα, 

καὶ τί ρουχάκια εἴχανε, καὶ τί λογάκια ἐλέγαν, 

καὶ πῶς καθὼς τὰ χάϊδευαν, τόσο μὲ κάκια ἐκλαίγαν. 

Σὰν κόρη ποὺ καμαρωτὰ νὰ τὰ κρυφοκοιτάξει 

βγάζει ἀπ’ τὰ βάθη του κομοῦ πνιγμένα στὸ μετάξι 

τὰ τιμημένα της προικιὰ γιὰ τὰ κρύψει πάλι, 

μὲ τέτοιο τρόπο κι ἡ γιαγιὰ μπροστά της ἔχει βγάλει 

μὲ τὰ τρεμουλιασμένα της τα χέρι’ ἀπ’ τὴν κασέλα 

βαριὰ φλοκάτα, φέρμελη χρυσῆ, καὶ φουστανέλα. 

Τῆς φέρμελης τὸ μάλαμα, γερό, ἀκόμα λάμπει, 

μὰ λιώνουν τ’ ἄλλα ἀπ’ τὸν καιρὸ σὰ φὺλλ’ ἀπὸ τὴν κάμπη, 

κι οἱ χαρακιὲς ποὺ ἔκαμαν σφιχτὰ διπλαρωμένα 

τὰ λὲν ἀπὸ γεράματα πὼς εἶναι ζαρωμένα. 

Τὴ στρογγυλὴ σακούλα του μὴν τύχει κι εἶναι τρύπια 

δὲν ψάχνει ὁ φιλάργυρος μὲ τόσα καρδιοχτύπια, 

ὅπως αὐτὴ τὰ ψηλαφᾶ καὶ τὰ κρατεῖ καὶ τρέμει, 

κοιτᾶ πῶς τὰ κατάντησαν καιροί, καημοί, πολέμοι, 

καὶ λησμονιὲτ’ ἀπάνω τους βαθιὰ συλλογισμένη. 

Γιαγιὰ ζαχαρομίλητη, γερόντισσα γραμμένη! 

Τὰ χρόνια δὲν τὴν ἔγειραν καὶ στέκετ’ ὁλοΐση. 

Θὰ σπὰσ’ ἡ ξεροκαλαμιά, μὰ δὲ θὲ νὰ λυγίσει. 

Πρὶν φύγει ἀπὸ τὴν ὄψη της ἡ ἐμορφιὰ τῆς νιότης 

τῆς ἄφησε τὸ γέλιο της, ρουφῶντας τὸ δροσό της. 

Πλιο ἄξια γεράματα δὲν ἔχω ἰδεῖ ἀπὸ κεῖνα, 

κι ἀπ’ τὴ ματιά της πιὸ χλωμὴ κι εὐγενικὴ ἀκτῖνα, 

κι ἀπ’ τὰ μαλλιά της πιὸ λευκὸ καὶ τιμημένο ἀσήμι, 

ἁγνὸ χρυσάφι μιὰ φορὰ στὰ χρόνια του Μπραΐμη. 

Σὰ μὲς στὸ χιὸν’ οἱ μυγδαλιές, τὰ πιὸ καλά της χρόνια 

χαθήκαν μὲς στὸν πόλεμο καὶ μὲς στὴν καταφρόνια. 

Μὰ πάλι βρίσκει τὸ δεντρὶ καινούριες πρασινάδες. 

Καὶ νά! τῆς πρώτης νιότης σου σὰ νά ’ναὶ ἀντηλιάδες, 

ἔχεις, γιαγιά, τὸ σπίτι σου μὲ τὰ μικρά σου ἀγγόνια, 

χαῖρεσ’ Ἀπρίλη δεύτερο, γεμᾶτο χελιδόνια.

Τὴν τρὼν ἐκεῖνα μὲ ματιές, μὲ λόγια τὴ ρωτᾶνε 

τί θέλει αὐτὴ τὰ τρίμματα, τί κρύβουνε, τί νά ’ναί, 

κι ἐκείνη τὸ κεφάλι της σιγοκουνὰ κι ἀρχίζει. 

Παρὲκ’ ἡ μάνα τὸ μωρὸ στὴν κούνι’ ἀποκοιμίζει 

καὶ τῆς γιαγιᾶς τὸ μίλημα γλυκὸ στ’ ἀφτιὰ τοὺς φτάνει. 

Εἶναι στὴν κούνια τοῦ μικροῦ, νομίζεις, νάνι νάνι.

«Παιδιά μου, νὰ μ’ ἐβλέπατε δροσάτη κοπελούλα, 

εἴκοσι χρόνων φρόνιμη Μισολογγιτοπούλα! 

Ὅταν σὲ ψᾶθες ἔπλεκα τὰ μακριὰ μαλλιά μου, 

φορῶντας τὸ φλωρόφεσο καὶ τὸ χρυσὸ σαγιά μου, 

γιὰ νύφη μ’ ὀνειρεύοταν τὸ κάθε παλικάρι· 

στὰ χρόνια μᾶς ἐλέγοταν ἡ φρονιμάδα χάρη. 

Μ’ ἀνάθρεφ’ ὁ πατέρας μου ἀκριβοθυγατέρα 

κι ὁ δόλιος ἐλαχτάριζε γιὰ μένα νύχτα μέρα, 

ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ πέθανεν ἡ μάνα μου ἡ καημένη 

καὶ μ’ ἔβλεπεν ἀχνὴ ἀχνὴ καὶ μαυροφορεμένη. 

Μὰ νά! ξεσπάει ὁ πόλεμος, πλακώνουν τὰ μαντᾶτα 

πῶς ξεκινοῦν ἀπάνου μας τοῦ Τούρκου τὰ φουσᾶτα 

καὶ σειέται κι ἀνταριάζεται τὸ μαῦρο Μισολόγγι. 

Ἐδῶ ἀντρίκειο χούγιασμα, ἐκεῖ γυναίκειοι βόγκοι, 

μπαίνουν στὴν πόλη ἀπὸ τὴ μιὰ τ’ ἀρματωμὲν’ ἀσκέρια, 

μιλιώνι’ ἀλάθευτα βροντοῦν, ἀστράφτουνε μαχαίρια, 

κι ἡ κλεφτουριὰ μὲ τὸ Μακρή, κι ὁ Μᾶρκος μὲ τὸ Σούλι 

ἐδῶ γερὰ στυλώνονται καὶ στέκουν καραούλι, 

κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴ μεριὰ στὸ ἥσυχο ἀκρογιάλι 

στοιβάζονται μὲ κλάηματα κι ἀλάφιασμα καὶ ζάλη 

γυναῖκες μὲ ἀνήμπορα παιδιὰ καὶ γηρατεῖα. 

Μπροστά τους στέκετ’ ὁ χαμὸς καὶ πίσω ἡ ἀτιμία! 

Εἶδες σταφὶδ’ ἀραδιαστῇ μὲ προσοχὴ στ’ ἁλώνι, 

ὅταν βροχὴ αὐγουστιάτικη προδοτικὰ πλακώνει, 

πῶς τὴ χωρίζει σὲ κλωνιὰ καὶ πῶς τὴ διασκορπάει 

καὶ πέφτει μὲς στὰ ρέματα καὶ χάνεται καὶ πάει; 

Ἄχ, φαμελιὲς ἀρχοντικὲς καὶ μοσχαναθρεμμένες, 

τέτοια φουρτούνα ἐχάλασε καί σας, δυστυχισμένες! 

Γιὰ νὰ γλιτὼστ’ ἀπ’ του ὀχτροῦ τὰ δόντια τα σκυλίσια 

μὲς στὶς σπηλιᾶς σκορπίσατε καὶ μὲς στὰ ξερονήσια, 

καὶ μὲσ’ ἀπὸ τὸν Κάλαμο διωγμένες σὰ θηρία, 

ζητούσατ’ ἀπ’ τὴ θάλασσα γονατιστὰ εὐσπλαχνία 

στὸ χῶμα τῆς πατρίδος σας καὶ πάλι νὰ σᾶς φέρει. 

Κι ὅσες δὲ μάρανε σκλαβιά, δὲν ἔφαγε μαχαίρι, 

παρθένες ποὺ δὲν ἤξερε τοῦ ἥλιου ἡ ἀκτῖνα, 

τὶς ἔριξε στὸ θάνατο ἡ γύμνια καὶ ἡ πεῖνα. 

Ἐμένα ὁ πατέρας μοῦ μ’ ἐκράτησε κοντά του. 

Ἂν ἤμουνα γιὰ γλίτωμα, στὸν ἴσκιο τ’ ἀποκάτου 

ἦταν γραμμένο, ἔλεγε, γιὰ νὰ σωθῶ μονάχα, 

κι ἂν χάνομουν, στερνὸ φιλὶ τὸ φίλημά του νά ’χά. 

Ἦταν κεφάλι μὲ μυαλὸ καὶ ἦταν ἀπὸ γένος, 

καραβοκύρης ξακουστὸς καὶ κοσμογυρισμένος, 

Καπετὰν Φίλιος κράζοταν, παντοῦ Καπετὰν Φίλιος. 

Τῆς λίμνης τ’ ἀργυρᾶ νερά, τὰ μαϊστράλια, ὁ ἥλιος, 

δυνάμωσαν κι ἐψήσανε κι ἀργάσαν τὸ κορμί του, 

κι ἡ θάλασσα, ἡ νεράϊδα του, ἡ ἀγαπητική του 

ποὺ κάθε τόσο ἔσχιζε μ’ ἕνα μικρὸ καΐκι, 

στὰ χέρια ζευγαρώνοντας τρομπόνι καὶ σταλίκι, 

τὸν προίκισεν ἀπίστευτα μὲ ζόρη λιονταρίσα, 

καὶ τὴν καρδιά του χωριστὰ μὲ τῆς σκλαβιᾶς τὴ λύσσα. 

Ἦταν ἀπὸ τοὺς Φιλικοὺς καιρὸ κουβεντιασμένος, 

καὶ μὲ τὸν πρῶτο ἀλαλαγμὸ ποὺ σκόρπισε τὸ Γένος 

πρῶτος τινάχθη μιὰ βραδιὰ μ’ ἕνα καλὸ μπουρλότο, 

κι ἀκούσθη τ’ ἀστραπόβροντο τῆς λευτεριᾶς τὸ πρῶτο 

ἀκόμα πρὶν ν’ ἀκούσομε τὴ δόξα του Κανάρη.

Σὲ λὶγ’ ὀχιὰ δικέφαλη μᾶς ἔζωσε κουβάρι 

καὶ τὸ καταραμένο της φαρμάκι μας ξαμώνει 

ἡ λιαπουριὰ τοῦ Κιουταχῆ καὶ τοῦ Ὀμὲρ Βριόνη. 

Ἂλλ’ ἂν τὸ φίδι ἐσφύριζε τριγύρω ἀπὸ τὴν Πόλη 

σφυρίζει πλιο πικρότερα τ’ ἀλάθευτό μας βόλι. 

Στὶς πολεμίστρες ξενυχτοῦν, ἄντρες, παιδάκια, ὅλοι. 

Κι ὅσες γυναῖκες μένουνε μαζί μας στὴν πατρίδα, 

ὅλα τ’ ἀφήνουν κι ἔχουνε μονάκριβη φροντίδα 

νὰ τρέχουν νὰ μοιράζουνε ρακί, νερό, φουσέκια· 

καὶ λὲς πὼς εἶναι ἄγγελοι ὁποὺ φοροῦν γυναίκεια.

—Θέλω νὰ μάθεις μιὰ φορὰ δική μου κόρη νά ’σαί, 

μοῦ εἶπεν ὁ πατέρας μου· θέλω νὰ μὴ φοβᾶσαι, 

ἂν τὸ καλέσει, νὰ βαστᾶς στὸ χέρι τὸ πιστόλι, 

καὶ στὴ φωτιὰ ὅταν ρίχνεσαι, νὰ μὴ σὲ ρίχνει βόλι! 

Μοῦ εἶπε, καὶ μοῦ κρέμασε στὸν κόρφο Τίμιο Ξύλο. 

Κι ἐκεῖ ποὺ ἐγὼ κοκκίνιζα σὰν τῆς μηλιᾶς τὸ μῆλο, 

μοῦ φέρνει φέρμελη χρυσῆ καὶ μαλλιαρὴ φλοκάτα 

καὶ φουστανέλα κάτασπρη, κιντυνεμένα νιᾶτα 

νὰ κρύψω μέσα σὲ στολὴ ἀντρίκεια καὶ καμάρι, 

κι ἡ κὸρ’ ἡ τόσο ντροπαλὴ νὰ γίνει παλικάρι. 

Μὲ ἤθελε στὴν τάπια του, νὰ φαίνομαι κοντά του, 

νὰ τοῦ δροσίζω μὲ νερὸ τὰ χείλη τὰ στεγνά του 

καὶ μὲ τὰ δυό μου μάγουλα· φουσέκια νὰ μοιράζω, 

νὰ πλύνω ἀπὸ τὰ αἵματα τὸ φοβερό του λάζο, 

νά ’χῷ τὰ βόλια γιὰ φλωριά, φκιασίδι τὴ μπαρούτη, 

κι ὅλοι νὰ λέν: τοῦ Φίλιου μᾶς ἡ θυγατέρα ἐτούτη! 

Ἦταν στὸν κάμπο ἀμέτρητα τὰ Τούρκικα τ’ ἀσκέρια 

κι ἦταν χρυσᾶ κι ἀξίζανε καὶ τὰ δικά μας χέρια. 

κι ἤτανε γνώμη γνωστικιὰ ἡ γνώμη τοῦ πατέρα· 

καὶ πῶς μιὰ κόρη ἄφοβα νὰ τρέχει νύχτα μέρα 

σὲ τόσο κόσμο ἀνάμεσα, ὁλοῦθε μαζεμένο 

ἀγριεμένο στὴ φωτιά, στὸ αἷμα μεθυσμένο; 

Καλὰ ἡ ντόπια λεβεντιά, καλὰ οἱ πατριῶτες, 

ὅμως οἱ ξένοι, ἔξαφνα νὰ ποῦμε, οἱ Σουλιῶτες, 

πρῶτοι, ἀλήθεια, στὴ φωτιά, σωστοὶ παλικαράδες, 

μὰ πάλι κι ἀνυπόταχτοι, γεμᾶτοι ἀγριάδες, 

δὲ θὰ τὸ εἶχαν τίποτε σιμὰ στὶς ἄλλες τρέλες 

καὶ λόγι’ ἀκόμη ἄπρεπα νὰ ρίξουν σὲ κοπέλες. 

Καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωὴ μὲ ὅλα των τὰ κάλλη 

στὴ φουστανέλα ἦταν ἡ μιά, στὸ Τίμιο Ξύλο ἡ ἄλλη.

Τοῦ Φίλιου ἡ κόρη ἔμαθε τοῦ Φίλιου ἡ κόρη νά ’ναί! 

Παιδιά μου, ὅσοι μ’ ἐγνώρισαν καὶ ζοῦν, μὲ μολογάνε. 

Ἡ κόρη μὲ τὰ χάϊδια της, ποὺ ἔτρεμε σὰ φύλλο, 

ζωντάνεψε σὰν ἔνιωσε τὸ Τίμιο τὸ Ξύλο, 

κι ἐκεῖ π’ ἀσημοβρόντησαν στὴ μέση τ’ ἅρματά της 

ἀντὰμ’ ἀσημοβρόντησεν ἀντρίκεια κι ἡ καρδιά της, 

καὶ σὰ νὰ τὴν ἐμάγεψε κανεὶς τὴ φουστανέλα, 

εὐθὺς ποὺ τὴν ἐζώσθηκα δὲν ἤμουν πιὰ κοπέλα! 

Ἄ! ὄχι, δὲν ἀπόμεινα μὲ χέρια σταυρωμένα. 

Ἐκεῖ ποὺ ἀγωνίζονται τ’ ἀδέρφια μ’ ὁλοένα, 

ποὺ πέφτουνε οἱ μπόμπες 

καὶ τὰ γιουρούσια χύνονται σὰ μανιωμένες τρόμπες, 

καὶ ἡ καπνοὺρ’ ἁπλώνεται μαύρη, σὰν καλιακούδα, 

καὶ σβεὶ τὴ δὶψ’ ἀντὶ νερὸ τοῦ μολυβιοῦ ἡ φλούδα, 

ἡ ἴδια ποὺ καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀρβανίτη σβήνει, 

ἐκεῖ κι ἐγὼ ἀνταριάζομαι, πετῶ σὰν τὸ σαΐνι· 

μοῦ κόβουνε τὸ δρόμο 

θωριὲς αἰματοβούτηχτες ποὺ προξενοῦνε τρόμο, 

ποὺ τρίζοντας τὰ δόντια τους πεινοῦνε γιὰ σφαχτάρια, 

καὶ πάλι κάτι ἀμούστακα τῆς λεβεντιᾶς βλαστάρια· 

κρατοῦν κι ἐκεὶν’ ἀνήμερα τὴν πάλα μὲ τὸ χέρι, 

μὰ ἔχουν ὄψην ἥμερη, σὰν τὴν αὐγῆς τ’ ἀστέρι. 

Τὸ κάθε μάτι στ’ ὅπλο του σπιθοβολὰ σκυμμένο, 

καὶ δὲ γυρίζει νὰ μὲ ἰδεῖ, καθὼς συχνοδιαβαίνω, 

καὶ μόνα μάτι’ ἀλίμονο! μὲ βλέπουν ὁλοένα 

δειλά, παραπονιάρικα, θολά, καὶ καρφωμένα, 

τὰ μάτια ἐκείνων ποὺ γειρτοὶ στὸ αἷμα τους γιὰ στρῶμα 

ἔχουν σβηστεῖ, μὰ τὴ ζωὴ κρατοῦν στὰ δόντι’ ἀκόμα. 

Τώρα στὸ νοῦ μου δὲ μπορῶ καλὰ νὰ τ’ ἀραδιάσω 

χωρὶς ν’ ἀνατριχιάσω. 

Μὰ τότε πῶς ὑπόμενα, μὲ τί καρδιά, Θεέ μου! 

Τὴ φρίκη τοῦ πολέμου! 

Καὶ τάχα ἡ ἀπελπισιά, τὸ Τίμιο Ξύλο τάχα 

τόσο νὰ τ’ ἀντρειεύανε τὰ σπλάχνα μου μονάχα; 

Μπορεῖ. 

Μὰ περισσότερο ἀκόμα κάτι ἄλλο· 

μὲς στὴν καρδιὰ μᾶς νιώθαμεν ἕνα καημὸ μεγάλο 

ποὺ ἔχει σβήσει σήμερα σὰν ἀστραπὴ ποὺ πάει, 

ποὺ γοργοχάνεται, ἀφοῦ τὸν κεραυνὸ γεννάει. 

Παιδιά μου, τὸν παλιὸ καιρὸ ἡ γνώση κι ἡ σοφία 

ἐβρίσκονταν στ’ ἀρσενικὰ μονάχα· τὰ βιβλία 

δὲν εἶν’, ἐλέγαν οἱ παλιοί, καλὰ γιὰ κοριτσάκια, 

καὶ δὲ μαθαίνουν ἀπ’ αὐτὰ παρὰ τὰ ραβασάκια! 

Ὁ ἀργαλειὸς μᾶς ἤτανε τὸ μόνο μας σχολεῖο. 

Μὰ εἴχαμ’ ἕνα μάθημα, —δὲν ἦταν σὲ βιβλίο— 

ποὺ ὅλα τ’ ἄλλα γράμματα μεριάζανε μπροστά του: 

τὸν Τοῦρκο νὰ ὀχτρευόμαστε μὲ τὴν κακὴ σκλαβιά του 

κι ἀρσενικοὶ καὶ θηλυκοί! Καὶ εἴχαμε δασκάλους 

κι ἐδῶ κι ἐκεῖ, γύρω, παντοῦ, ὅλους, μικρούς, μεγάλους. 

Στῆς μάνας τὸ νανούρισμα, στῆς νόνας τὴν κατάρα, 

εἰς τοῦ πατέρα τὴν εὐχή, στῆς κόρης την τρομάρα, 

στὰ παραμύθια τῆς γριᾶς, στὰ χωρατά, στὶς παίνιες 

καὶ στῆς γιορτῆς τὶς ξεγνοιασιὲς καὶ στῆς δουλειᾶς τὶς ἔννοιες 

τ’ ἀκούγαμε τὸ πύρινο ἀλφαβητάρι αἰώνια· 

τοὺς Τούρκους τους ξορκίζαμε μαζὶ μὲ τὰ δαιμόνια, 

καὶ τὰ κορίτσια στὸ χορὸ σὰν πιάνονταν ἀράδα, 

τέτοια τραγούδια τοῦ χοροῦ φτερώναν τὴ γλυκάδα: 

«Κάλλιο ’χῷ γὼ τὸ αἷμα μου τὴ γῆ νὰ κοκκινίσει 

παρὰ νὰ ἰδῶ τὰ μάτια μου Τοῦρκος νὰ τὰ φιλήσει». 

Μιὰ μέρα ποὺ ξεκίνησα γιὰ νὰ βρῶ τὸν πατέρα 

μιὰ καταχθόνια βοὴ μ’ ἀντάριασε ἀποπέρα. 

Μὴν ἔξαφνα ἐλύσσαξε τὸ ἄπατο κανάλι 

καὶ μὲς στὴ λίμνη ἐχύθηκε νά ’ρρεῖ νὰ μᾶς ξεβγάλει; 

Τέτοια βοὴ ὡσὰν κι αὐτὴ ποτὲ δὲν εἴχ’ ἀκούσει. 

Οἱ Τοὺρκ’ οἱ Τοῦρκοι κάνουνε στὸ κάστρο μας γιουρούσι! 

Ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη στὸ φτερὸ ἀστράφτει κάθε τάπια 

καὶ τὰ νερὰ τοῦ χαντακιοῦ τὰ κόκκινα, τὰ σάπια, 

πλαντάζουνε γιομίζοντας ἀπὸ κορμιὰ χιλιάδες, 

μὰ πνίγεται τὸ πλάνταγμα μέσα στοὺς μπαλαρμάδες, 

μολύβια π’ ὅσους βρίσκουνε τοὺς κόβουν πέρα πέρα, 

καὶ κάνουν ἕνα σφύριγμα ποὺ σχίζουν τὸν ἀέρα 

σὰ νὰ τοὺς περιπαίζουνε αὐτοὺς ποὺ θὰ σκοτώσουν. 

Μὲς στὸ ποτάμι τῆς φωτιᾶς ἀγρίευες, χανόσουν. 

Νά! Κι ἄλλο ἀκόμα μούγκρισμα πλιο φοβεροῦ θηρίου, 

κόλαση, κόσμου χαλασμός, σεισμός, ὀργὴ Κυρίου! 

Ἕνα λαγούμι ἐξέσπασε στῶν Τούρκων τὰ ποδάρια 

καὶ μαῦρο ἁπλώνει σύννεφο μὲ τρίψαλα κουφάρια. 

...Μαρμαρωμένη ἀπόμεινα γιὰ μιὰ στιγμή, καὶ πάλι 

ξυπνῶ, ἀντρειεύομαι, τραβῶ πρὸς τὴν ἀνεμοζάλη. 

Φτωχὸ πουλὶ μ’ ἐξάφνισε τῆς μάχης ἡ φοβέρα, 

καὶ τὴ φωλιά μου ἀναζητῶ, καὶ θέλω τὸν πατέρα. 

Σὲ λίγο τὸν ξαγνάντεψα στὴν Τάπια τὴ μεγάλη 

μὲ τὸ ψηλό του τὸ κορμί, τὸ ξέσκεπο κεφάλι, 

στὴ μέση, ἀρχιπαλίκαρο, σκορπᾶ κάθε ματιά του 

γύρω του σπίθες λεβεντιᾶς, πέρα φωτιὲς θανάτου. 

Ἀπάνου στὸ κανόνι του μὲ τὸ δαυλὶ τοῦ γέρνει, 

κανόνι ποὺ καμιὰ φορὰ στὰ χέρια του τὸ παίρνει, 

σὰν ἀπαντάει στοῦ Πασᾶ μ’ ἐκεῖνο τα κετάπια· 

λυσσομανοῦνε τὰ σκυλιὰ μὲ τὴ δική του τάπια, 

πλατιὰ χαλὰστρ’ ἀνοίγοντας σκαλώνουνε στὸ κάστρο 

καρφώνοντας τὴν κόκκινη σημαία μὲ τὸ ἄστρο, 

καὶ τὸ κανόνι τ’ ἀκουστὸ ἀντὰμ’ ἀναταράζεται, 

κι ἀπὸ τὸ στῦλο του γλιστρᾶ καὶ πέφτει καὶ ντροπιάζεται. 

Βοήθα, Χριστέ, μᾶς πήρανε, μᾶς φάγαν οἱ δαιμόνοι! 

Ἔξαφνα... τόσο ἐλαφρὰ ποιά μὰν’ ἀνασηκώνει 

νὰ βάλει τὸ παιδάκι της σὲ κούνια πουπουλένια 

ὅπως τὰ χέρια ἐκειὰ τὰ δυό —τί χέρια σιδερένια!— 

π’ ἁρπάζουν τὸ κανόνι; 

Στὴν ἀγκαλιὰ τὸ γιόμισε, σὰν πρῶτα τὸ στυλώνει, 

καὶ μ’ ἕνα βροντοβόλημα, μ’ ἕνα καλὸ σημάδι 

σωρὸ μὲ τὴ σημαία των τοὺς ἔστειλε τοῦ Ἅδη, 

τσακεὶ τοὺς ἄλλους στὸ φευγιό, τοὺς ρίχνει ἀπ’ τὴ χαλάστρα 

καὶ μιὰ περιγελάστρα, 

καὶ μιὰ φωνὴ ἀκούεται μονάχα: Τουρκαλᾶδες! 

Καί: Τουρκαλᾶδες! γύρω του οἱ λαμπροὶ παλικαράδες 

ἀντιβοοῦνε καὶ γελοῦν, ἐκεῖ ποὺ ἀποπέρα 

τὴν ἴδιαν ὥρα φτάνοντας ψιθύριζα: πατέρα! 

Ἐγύρισε, μ’ ἐκοίταξε μὲ ξαφνισμένο μάτι, 

κι ἐνῷ στὸ χέρι τὸ δαυλὶ τοῦ κανονιοῦ του ἐκράτει 

μ’ ἀγκάλιασε γιὰ μιὰ στιγμὴ μὲ τ’ ἄλλο, τὸ ζερβί του· 

τὸ χάρο στό ’νὰ χέρι του, καὶ στ’ ἄλλο τὴ ζωή του. 

Τότε κοντά μας νιος ξανθός, θρεφτάρι τοῦ πολέμου, 

μὲ κοίταξε...δεν ξέχασα τὸ μάτι του ποτέ μου. 

Τὰ μακριά μου τὰ μαλλιὰ στὶς πλάτες εἶχαν πέσει, 

χρυσόζωνη ἐπρόβαλλεν ἡ λυγερή μου μέση 

καὶ ἄσπριζεν ὁλόγυμνος ὁ παχουλὸς λαιμός μου. 

Στὸ καριοφίλι του γειρτὸς ξεχάστηκεν ἐμπρός μου 

καὶ ντροπιασμένη ἔριξα κι ἐγὼ τὰ μάτια χάμου... 

Ὁ νιος αὐτὸς ἐγίνηκε... παππούλης σας, παιδιά μου.                   

Σᾶς ἀγαπῶ, στολίδια μου γεμᾶτα περηφάνια, 

τιμὴ καὶ δόξα, φέρμελη μὲ τὰ χρυσᾶ γαϊτάνια, 

μὲ τῶν πολέμων τις βολιὲς φλοκάτα, φουστανέλα, 

σᾶς ἀγαπῶ ἡ γερόντισσα μ’ ὅλη της νιας την τρέλα. 

Σὰ μὄβαναν τὰ στέφανα τοῦ γάμου στὸ κεφάλι 

τόση χαρὰ δὲν ἔνιωθα καὶ τόση παραζάλη 

σὰν τὴ χαρὰ ποὺ σᾶς θωρῶ ριγμένα ἐδῶ μπροστά μου. 

Καὶ μὲ τὸ κοντογούνι μου, μὲ τὸ χρυσὸ σαγιά μου 

ποτέ μου δὲν καμάρωσα, ξανθούλα μαυρομάτα, 

ὅσο καμάρωσα μ’ ἐσᾶς, καμάρια μου φευγᾶτα. 

Μ’ ἐσᾶς, ρουχάκια μ’, ἄνοιξε χρυσὸ τὸ ριζικό μου, 

μ’ ἀγάπησαν, ἀγάπησα, καὶ ἤβρα τὸν καλό μου, 

γλίτωσ’ ἀπίστευτα μ’ ἐσᾶς ἀπ’ τῆς σκλαβιᾶς τὰ πάθη 

τὴ νύχτα ποὺ ἡ πατρίδα μας ἐκάηκε κι ἐχάθη 

καὶ τὸν πατέρα μου κακὴ λαβωματιὰ πεθαίνει· 

μ’ ἐσᾶς στὰ ὄρη ἔφτασα νεκρή, ξεψυχισμένη,  

μὰ στὸ ξανθὸ λεβέντη μου, στὴ φλογερή μου ἀγάπη 

δὲν ἐπαράδωκα κορμὶ βρισμένο ἀπ’ τὸν Ἀράπη.

Τώρα σὰν ἔρθ’ ἡ ὥρα μου καὶ φύγω καὶ πεθάνω, 

ἐσεῖς νὰ τ’ ἀπιθώσετε στὴν κάσα μοῦ ἐπάνω. 

Παιδιά μου, δὲ μοῦ φαίνεται κακὸς ὁ χάρος τόσο  

σὰ συλλογιέμαι πὼς ἐκεῖ μαζὶ μ’ αὐτὰ θὰ λιώσω». 

Καὶ στῆς γριᾶς τὸ μάγουλο κύλισεν ἕνα δάκρυ. 

Μὰ ἕν’ ἀπὸ τ’ ἀγγόνια τῆς κοιμήθηκε στὴν ἄκρη, 

καὶ καθὼς τὸ εἰδε ἡ γιαγιὰ μὲ τ’ ἄγρυπνό της μάτι 

τὸ πῆρε στὸ μικρούλι του γιὰ νὰ τὸ πάει κρεβάτι. 

Καὶ τ’ ἄλλα ποὺ ἀπόμειναν πηγαίναν ἕνα ἕνα 

καὶ ψηλαφοῦσαν κι ἔβλεπαν μὲ μάτια θαμπωμένα 

τὴ φουστανέλα τὴ λευκὴ καὶ τὴ βαριὰ φλοκάτα 

καὶ τὴ χρυσῆ τὴ φέρμελη, καμάρια μας φευγᾶτα!


Δεκέμβριος 1883

Κωστής Παλαμάς

Δημοφιλείς αναρτήσεις