ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ

 

Αμύγδαλα που φύτεψα προ ετών στο αγρόκτημα στη νήσο Σαλαμίνα.
Πέρασαν χρόνια φροντίδας. Ποτίσματα, κλαδέματα... κι έγιναν δένδρα.
 Ανθισμένες Αμυγδαλιές
(Φωτογραφικό αρχείο Πηνελόπης Τούτση)

Μυγδαλιές

Τῆς μυγδαλιᾶς σου τὸ κλωνάρι 
δροσολουστὸ μὲς στὸ ποτήρι 
τὸ μοσκοβόλησε καὶ τό ‘καμε κηπάρι 
γύρω μου τ’ ἄχαρο τὸ μοναστήρι, 
κ’ ὕστερα δάσος ἔγινε καὶ τὸ κηπάρι 
βαθὺ καὶ φουντωμένο ὅλο μυγδαλιές. 
«Ἀθῶες κοπέλες τοῦ πατέρα, τοῦ Φλεβάρη, 
σᾶς κλαίω, λιγόζωες, ὦ νυφοῦλες, μυγδαλιές! 
Νεκρικὰ θὰ σᾶς γίνουνε σεντόνια 
στὰ λυγερά σας τὰ κορμιά τα πέπλα τὰ λευκά, 
καὶ θὰ σᾶς κάψει ἡ παγωνιά, 
κι ἄλλη νυφιάτικη στολὴ θὰ πάρετε ἀπ’ τὰ χιόνια». 
Καὶ μ’ ἀποκρίθηκαν: 
«Μὴν κλαῖς τὸ ριζικό μας, 
νὰ τὴν ποθεῖς τὴ μοῖρα μας καὶ νὰ τὴν τραγουδᾶς, 
χιονάτες κι ἀπὸ τ’ ἄνθισμα κι ἀπὸ τὸ θάνατό μας! 
Εἴμαστ’ ἐμεῖς τὰ θύματα τῆς ἄγριας χειμωνιᾶς. 
Αἷμα ζητᾶ βασιλικὸ ἡ δρακόντισσα νὰ πιεῖ, 
νὰ πέσει ν’ ἀποκαρωθεῖ, νὰ πιεῖ καὶ νὰ χορτάσει, 
ὅσο νὰ φτάσει ὁ χαλαστὴς μακριάθε, ὅσο νὰ φτάσει 
μὲ τὸ γυμνὸ ἠλιοστάλαχτο σπαθί, 
ὅσο νὰ φτάσει ὁ ἥρωας, τὸ ξανθὸ Καλοκαίρι, 
κ’ ἡ Χειμωνιὰ νὰ σκοτωθεῖ.

Νά, βασιλιᾶ πατέρα μας, τὸ αἷμα μας ποιός ξέρει 
ζωοῦλες καὶ ποιός θάνατους ποὺ νὰ εἶναι πιὸ ἀκριβοί; 
Στῆς θυσίας ἀπάνω τὸ βωμό 
στεφανωμένα θύματα γιὰ κάποιο λυτρωμό 
πεθαίνουμε ἀειπάρθενες, μυριανθιστές, 
νὰ μᾶς ζηλεύεις, μὴ μᾶς κλαῖς». 
Κι ἀπὸ τῆς μυγδαλιᾶς σου τὸ κλωνάρι 
δροσολουστὸ μὲς στὸ ποτήρι 
βλάστησε τοῦτο τ’ ὄνειρο, κ’ ἡ ἁρμονική του χάρη 
τὸ ἰλάρωσε καὶ τ’ ἄχαρο τὸ μοναστήρι. 

Κωστής Παλαμάς (Άπαντα, τόμος 5ος, εκδ. Γκοβόστης)

********

" Σαράντα μέρες περιδιαβάζαμε το Άγιον Όρος κι όταν τελεύοντας πια τον κύκλο ξαναγυρίζαμε, παραμονή Χριστούγεννα, στη Δάφνη να φύγουμε, το πιο απροσδόκητο, το πιο αποφασιστικό θάμα μας περίμενε: μέσα στην καρδιά του χειμώνα σ’ ένα φτωχό περιβολάκι, μια μυγδαλιά ανθισμένη!

Άρπαξα το φίλο μου από το μπράτσο, του ‘δειξα το ανθισμένο δέντρο.
– Τυραννούσαν την καρδιά μας Άγγελε, είπα, σε όλο μας ετούτο το προσκύνημα, πολλά και πολύπλοκα ρωτήματα και τώρα να η απάντηση!

Ο φίλος μου κάρφωσε το γαλάζιο μάτι του απάνω στην ανθισμένη μυγδαλιά -έκαμε το σταυρό του, σα να προσκυνούσε άγιο θαυματουργό κόνισμα, και κάμποση ώρα έμεινε άλαλος.

Κι ύστερα, αργά:
– Ένα τραγούδι, είπε, ανεβαίνει στα χείλια μου -ένα πολύ μικρό τραγούδι, ένα χαϊκάι.

Κοίταξε πάλι τη μυγδαλιά:
– Είπα στη μυγδαλιά: «Αδερφή, μίλησέ μου για το Θεό». 
Κι η αμυγδαλιά άνθισε.

(Απόσπασμα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη "Ο φτωχούλης του Θεού")

********

Η αμυγδαλιά

Καθ’ ην στιγμήν εμείς συζητάμε ακόμα
η αμυγδαλιά άναψε ήδη ντόμπρα τα κεράκια της
κι ανήρτησε σε κoινή θέα τις πρoθέσεις της.
Ω ναι, τoυλάχιστo oι πoιητὲς
ας μην τη λέμε «τρελλή»
πoυ πήρε την απόφαση,
τoυλάχιστo oι πoιητές ας μην τη λέμε «τρελλή»
πoυ επωμίσθηκε τις ευθύνες της,
πoυ διεκινδύνευσε τη νoημoσύνη της
στα όμματα των δειλών,
πoυ διεκινδύνευσε τη νoημoσύνη της
στα όμματα των ανίδεων,
στα όμματα τωv θερκoκηπίων.

Κώστας Μόντης*

{*Κώστας Μόντης - Wikipedia (18/02/1914 - 01/03/2004) Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς.}

 Μάζεμα ανθών αμυγδαλιάς, έτος 1916

Δημοφιλείς αναρτήσεις