ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ
ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ {Διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1850-1929)}
(1888)
Ήτο παραμονή του Αγίου Νικολάου. Προ δύο ημερών τρικυμία δεινή μαστίσασα και παράλια και βουνά της χθαμαλής νήσου είχεν εξατμίσει πλέον όλην της την ορμήν εις αφρούς και βίαν ανέμων ανταγωνιζομένων και ήδη σχετική τις γαλήνη, οία εν χειμώνι είναι δυνατή, επεκράτει, παρέχουσα φαιδροτάτην όψιν εις τον προ του χωρίου ευρύκολπον λιμένα, όπου ικανά διαχειμάζοντα πλοία επανεπαύοντο με γυμνούς τους ιστούς. Αι προ του λιμένος μικραί νησίδες ως νήσσαι γιγαντώδεις επεκάθηντο σταματήσασαι εκεί επί των ηρέμα κινουμένων κυμάτων, τα δε καταντικρύ βουνά της Ευβοίας, ανακαθαρθέντα από των νεφών, επεδείκνυον όλην την λάμψιν της χιόνος των, διακρινομένης πάντοτε της τριγωνικής Δίρφυος διά την στίλβουσαν λευκότητά της. Η θάλασσα αποσυρθείσα της ακτής εις απόστασιν ικανών μέτρων, ως συμβαίνει ότε επικρατούσι βόρειοι ξηροί άνεμοι, επέδειξε μίαν ευωδιάζουσαν και καθαράν παραλίαν, αποτελουμένην από ποικίλα το χρώμα και τον σχηματισμόν λιθάρια απαστράπτοντα εκ της λειότητος, από ξηρά κελύφη οστρειδίων, πεταλίδων και αχιβάδων, πάλλευκα ή με υποπρασίνους κι ελαφρώς ροδίνους χρωματισμούς, άτινα εσπαρμένα επί της επιμόνως υπό των κυμάτων ξεπλυθείσης άμμου εδώ κι εκεί, απετέλουν εύμορφον της ακτής κόσμημα, ήτις ενόμιζες, εστολίσθη, ίνα πανηγυρίσει και αυτή την εορτήν του προσφιλούς της Αγίου. Πρόσθες τα λοιπά άλλα θραύσματα ποικίλων αγγείων και κεραμίνων σκευών, ωραία υπό της θαλάσσης τορνευμένα, τα μοσχοβολούντα θαλάσσια φύκη, τα άλλα εκείνα ξύλινα τεμάχια από ναυαγίων ή τους ξηρούς και αποφυλλισμένους κλαδίσκους, άτινα τόσον δεξιώς γνωρίζει σύμμετρα να κατασκευάζει το άγριον κύμα έως ου, τις οίδεν, εκ τίνος θαλασσίου βάθους τα εξαγάγει εκεί εξακολουθούν ακόμη να τα κτυπά με τον φλοίσβον του και έχεις πλήρη την ακτινοβόλον της παραλίας εικόνα μετά την τρικυμίαν. Αλλά το ωραίον θέαμα δεν διαρκεί πολύ. Όλα τα ωραία θεάματα δεν διαρκούσι πολύ. Μετ’ ολίγον θα έλθωσιν αι φαιδραί συντροφίαι των παιδίων, άτινα φωνάζοντα μετά τίνος αρμονίας ιδιοφυούς «στο γιαλό, στο γιαλό» θα διασκορπισθώσι με λασπώδη τα πλείστα υποδήματα ή και ξυπόλυτα επί των ακτινοβολούντων εκείνων πραγμάτων του αιγιαλού και θα καταστρέψουν την ωραίαν εκείνην πολύχρωμον εικόνα, ανασκαλίζοντα εν τη άμμω να εύρωσι τάχα τα «ματάκια της Παναγίας», επιμελώς απεξεσμένας κορυφάς κογχυλίων ή τα ωραία εκείνα γουρουνάκια, οστρακόδερμα μικρά με δύο μελανά σημεία εμπρός ως οφθαλμούς, με ερυθρωπήν καμπυλωτήν ως χοιριδίου ράχιν και με λευκήν απεσχισμένην κοιλίαν, εκβράσματα περίεργα του οργίλου πόντου.
O ήλιος ανατείλας λαμπρός με υποθέρμους ακτίνας εφώτιζεν όλας τας οικίας της μεσημβρινής πολίχνης, ήτις εφαίνετο ενδεδυμένη την εορταστικήν της περιβολήν. Αι πλείσται αυτής οικίαι, νεωστί επιχρισθείσαι δι’ ασβέστου, έλαμπον, φεγγοβολούσαι εις του ηλίου το ακτινοβόλημα, τα δε φύλλα των θυρίδων και θυρών καλώς πλυθέντα η χρωματισθέντα, εφαίνοντο ως καινουργή εις καινουργείς οικίας. O Άγιος Νικόλαος είναι η τρυφεροτέρα των νησιωτικών εορτών. Δεν υπάρχει σχεδόν οικία εν τη νήσω να μη έχει και ένα ναύτην, και δεν υπάρχει ναύτης να μη ονομάζεται Νικόλαος. Εννοείται τώρα ποία ευχάριστος κίνησις εν τω χωρίω θα προσημαίνει την ημέραν της παραμονής, την φθάνουσαν πανήγυριν, ότε οι εορτάζοντες οίκοι αμιλλώνται εις την καθαριότητα και την καθόλου διάταξιν των πραγμάτων, δι’ ων θα φανερώσωσιν ότι εορτάζουσι.
Παρήλθεν ήδη η μεσημβρία. Οι ιερείς καλοενδεδυμένοι και πρόσχαροι μετέβαινον εις τους ναούς ενωρίς διά τον εσπερινόν. Αι γυναίκες επέστρεφαν ήδη από τους κλιβάνους, κομίζουσαι με χαράν τα ετοιμασθέντα μεγάλα εκείνα πρόσφορα, τα οποία μετά τόσης ιδιαιτέρας προσοχής και δεξιότητος ζυμωθέντα, είτα δε ψηθέντα, άμα σημάναντος του εσπερινού, θα κομισθώσιν εις τον ναόν. Αι κόραι άσπρισαν ήδη και το κατώφλιον της θύρας, έριψαν διά την από των υποδημάτων λάσπην χονδρόν σκουτί, από εκείνα εντός των οποίων θλίβουσι τας ελαίας εις τα ελαιοπιεστήρια και εισήλθον να διασκευάσωσιν εορταστικώς και τας αιθούσας. Αργότερον ακόμη αι μητέρες, αποκτήσασαι καλή μοίρα το πολυάσχολον εκείνο της πενθεράς ύφος, φαιδραί ώστε να γελώσι σχεδόν, καμαρώνουσαι, ώστε να βαδίζωσι σιγά σιγά, εκόμιζον από τους κλιβάνους πάλιν επί παμμεγίστων σινίων τους μπακλαβάδες, τα ευώδη χορταστικά εκείνα νησιωτικά γλυκίσματα, προορισμένα «για τον γαμπρό», όστις εις όλα τα ταξίδια και εις όλας τας τρικυμίας ονειρεύεται αυτήν την ευφρόσυνον ημέραν, ότε, αρραβωνισμένος, να ευρεθεί εις την νήσον του και να είπει ευχαριστημένος εις την γραίαν μητέρα του, δακρύουσαν εκ της χαράς: «φάγε, μάνα, μπακλαβά από την νύφη». Ολόκληρον το χωρίον ευρίσκετο εις αυτήν την ατελεύτητον προετοιμασίαν της εορτής, ότε νομίζει τις ότι όλα τα έχει και όλα λείπουν και μόνον ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής, υψηλός και ξηραγγινός τις διοπτροφόρος, ανεβοκατέβαινεν εις την παραλίαν, διότι περιεμένετο το καθυστερήσαν ατμόπλοιον.
* * *
Πλην όλην αυτήν την χαράν, ήτις εμεγεθύνετο όσον επλησίαζεν η νυξ, διέκοπτε κατά διαλείμματα δυσοίωνος θρήνος, κακόν μοιρολόγιον εν τοιαύτη ώρα, όπερ εξερχόμενον από τίνος οικίσκου εις την ανωφέρειαν εκεί επάνω εχύνετο ως ένδακρυ ρεύμα αερώδες. Αι γραίαι αι οποίαι επέστρεφον εις τους οίκους με τα γλυκά, κατέβαζαν τα πρόσωπα προς το άκουσμα του θρήνου και έριπτον τινές επάνω εις το σινίον την μανδήλαν των, μη τύχει τάχα και ο αέρας, μολυσμένος από το μοιρολόγιον, κτυπών επάνω, εγκολάψει το πένθος του. Άλλαι δεν εκοίταζον διόλου προς τα επάνω την στιγμήν εκείνην, αλλά κύπτουσαι ετάχυνον το βήμα, σκοντάπτουσαι εδώ κι εκεί, ως αν σκύλος κακός να ήτο ο θρήνος και τας εδίωκε και ορμητικώς εισήρχοντο εις την οικίαν, κλείουσαι όπισθεν την θύραν· τινές δε αυθαδέστεραι, αφήνουσαι και καμίαν βλασφημίαν.
― Τώρα ευρέθη και αυτός ν’ αποθάνει!
Τούτο ήτο το ελαφρότερον παράπονον κατά του πενθίμου τούτου επεισοδίου της φαιδράς άλλως πανηγύρεως του Αγ. Νικολάου.
Πλην τον δεινότερον πειρασμόν διήλθεν η γειτονική της πενθούσης οικία ήτις τελούσα την εορτήν προσφιλούς μέλους της οικογενείας, Νικολάου ονομαζομένου, είχεν αντικρύ της το πένθος κατάμαυρον και σπαρακτικόν.
Από πρωίας η κόρη, προσπαθούσα ν’ ασπρίσει τας κλίμακας και την αυλήν, επαιδεύετο με τη σκούπα στο χέρι και δεν ηδύνατο να τελειώσει. Διότι μόλις επλατσάνιζε κανέν σκαλοπάτι, να και ηκούετο ο θρήνος και ετρύπωνεν αμέσως η κόρη τρομασμένη.
― Μα μου κάνουν κακό αυτά τα κλαύματα. Δεν ημπορώ να τα ακούω.
Έλεγε και σχεδόν έκλαιεν από την οργήν της· διότι ενίοτε εσπόγγιζε τους μαύρους οφθαλμούς της με την λευκήν πάνινον πετσέταν, δι’ ης είχε περιτυλίξει την κεφαλήν της, αφήσασα μόνον προς τους οφθαλμούς μέρος ανοικτόν, ως αι οθωμανίδες, διά να μη κηλιδώσει την ωραίαν ξανθήν κόμην της, ης οι βόστρυχοι αερίζοντο όπισθεν ωσάν βέργες δροσεράς αγράμπελης.
Η δε γραία μήτηρ της, η γριά το Μορφάκι, μικροκαμωμένη και μικροπανδρευμένη, χήρα πλέον, ήτο «να σκάσει από το κακό της».
― Ακούς τώρα να βρεθεί κι αυτή να μοιρολογάει! Κακό καιρό να έχει!
― Όχι, μητέρα μου! έλεγε συμπαθούσα πάλιν η κόρη. Μήπως το ήθελε και αυτή!
― Έτσι ε! Να μη μ’ αφήσει να γιορτάσω του παιδιού μου τη γιορτή;
Και έφερνε γύρω εις την αίθουσαν χωρίς να κάμνει τίποτε.
Το μοιρολόγιον προς καιρόν είχε παύσει. Και τότε αναθαρρήσασα η κόρη είχε τελειώσει σχεδόν τας βαθμίδας όλας της κλίμακος. Έμενεν η αυλή, την οποίαν και άρχισε να ασπρίζει. Η δε γριά το Μορφάκι είχεν αναβή εις τινά έδραν και προσεπάθει να στερεώσει καθρέπτην τινά και δι’ οθονών μεταξωτών ένθεν και ένθεν τον περικοσμήσει, ότε γοερότατος ακούεται θρήνος. Ενόμιζες ότι αυτή εδώ η οικία εθρήνει· και ιδού η κόρη μετά πάταγου ορμητικώς ανερχομένη ως να εδιώκετο, και καθώς εκράτει εις χείρας την σκούπα συνεκρούσθη εκεί προς την επί της έδρας ανεβασμένην μητέρα της· και ιδού κατά γης και γραία και έδρα και ο καθρέπτης πάρα πέρα, γενόμενος θρύμματα.
Η κόρη εμαρμάρωσε. Δεν ήξευρε τι να είπει. Εφοβήθη διά την μητέρα της περισσότερον. Αλλ’ αυτή ηγέρθη καλώς έχουσα και ήρξατο βαναύσως να υβρίζει και νεκρούς και ζώντας· απαρηγόρητος πλέον, διότι έθραυσε τον ωραίον καθρέπτην, παλαιόν της Βενετίας με κεχρυσωμένον πλαίσιον.
Το δε μοιρολόγιον ηκούετο τώρα σπαρακτικότατον· διεκρίνοντο και οι λυγμοί.
―Το βλέπω ότι δεν ημπορούμεν να γιορτάσομεν έτσι. Ημπορείς κοντά σε τέτοιο νεκροταφείο να χορεύεις, να τραγουδήσεις, να γελάσεις;
― Μα τι φταίει η κακομοίρα, εψιθύρισε πάλιν η κόρη!
Η γραία έκλεισε τα παράθυρα ερμητικώς και επειδή εσήμαινεν ήδη ο Εσπερινός, εφόρεσε μίαν καλήν μανδήλαν, έλαβε την προσφοράν ην εκάλυψεν υπερηφάνως με μίαν ολομέταξον λεπτοκαμωμένην οθόνην, έλαβε το μικρόν εικόνισμα του Αγίου και τας λαμπάδας και απήλθεν εις την εκκλησίαν, χωρίς να είπει άλλο τίποτε. Μετ’ ολίγον αι γειτόνισσαι εγέλων κρυφά, βλέπουσαι την γριά το Μορφάκι «καμαρωτή καμαρωτή η οργισμένη» να μεταβαίνει εις την εκκλησίαν, κρατούσα τεταμένην εκεί πέρα την μεγάλην προσφοράν και αφήνουσα τον ελαφρόν άνεμον ελαφρώς να ξανεμίζει τας φουντωτάς άκρας της μεταξίνης οθόνης.
Η κόρη εγκατέλειπε πλέον την σκούπαν, αφήρεσε την λευκήν πετσέταν από την ξανθήν κόμην της και ήρχισε να νίπτεται απελπισθείσα περί της πανηγύρεως, αλλά ψιθυρίζουσα πάντοτε συμπαθητικώς: «μήπως το ήθελεν η κακομοίρα;»
* * *
Προ ημερών, τον πρώτον χειμώνα του Νοεμβρίου, τρικυμία συμβάσα εν τω Ευξείνω Πόντω επήνεγκε μεγάλα δυστυχήματα. Πλέον των δέκα ιστιοφόρων εναυάγησαν εις την άξενον εκείνην θάλασσαν. Ο Νεολόγος εφημερίς της Κωνσταντινουπόλεως, είχεν αναγράψει με πένθος τα ναυάγια εκείνα προσθέσας και τα ονόματα των ελληνικών πλοίων και τους λιμένας εις ους ανήκον, ενός δε και τα ονόματα των ναυτών του πληρώματος. Το πλοίον, το τελευταίον τούτο, ανήκεν εις τον λιμένα του Γαλαξιδίου διακρινόμενον διά τα ωραία και μεγάλα αυτού ιστιοφόρα. Το μέγα τούτο βρίκιον μη δυνηθέν να υπολογίσει καλώς την είσοδον του Βοσπόρου, ως εκ της δεινής τρικυμίας παρακολουθουμένης υπό δεινοτέρας ομίχλης, προσέκρουσεν επί των προς αριστεράν βράχων εκεί εις τα Καβάκια και συνετρίβη. Ούτε ήτο δυνατόν να σωθεί τις εκ των ναυτών του, μεταξύ των οποίων διεκρίνετο ο εκ της νήσου νεαρός ναύτης, Νικόλας του παπα-Νικόλα ονόματι, ον επένθει ήδη νεαροτάτη χήρα, ραγίζουσα διά των κλαυθμηρών μοιρολογιών της τας καρδίας όλων των νησιωτών και μελανώνουσα ούτω χωρίς να το θέλει μίαν τόσον λαμπράν πανήγυριν.
* * *
Μόλις προ ενός έτους είχε στεφανωθεί· την νυμφικήν της ωραίαν χρυσοκέντητον εσθήτα δεν εφόρεσεν από των ημερών του γάμου της, όστις ετελέσθη μετά πολλής χαράς και χορών. Ότε ήτο παρθένος, διήρχετο βασανισμένην ζωήν, υφαίνουσα, πλέκουσα και ράπτουσα επί μισθώ· ήτο ορφανή, μίαν γραίαν μόνον μητέρα έχουσα. Νεοτέρα ούσα επήγαινε και εις τα κτήματα συνάζουσα ελαίας επί μισθώ η ξεφυλλίζουσα και θειαφίζουσα τας αμπέλους. Αλλ’ αφού έφθασεν εις την ηλικίαν του γάμου, αποφεύγουσα πλέον τα περίεργα των γραιών και γειτόνων βλέμματα, αίτινες έχουσι την κακήν συνήθειαν ν’ ανακαλύπτουν και τα ανύπαρκτα ελαττώματα των νεανίδων, και τα πλέον αόριστα, εκλείσθη εν τω οίκω. Και έραπτε και ύφαινε και έτρεφεν εαυτήν και την γραίαν μητέρα.
Και επερίσσευον πολλάκις χρήματα ν’ αγοράσει χρυσάφι της Πόλεως, από το καλύτερον και υποκλέπτουσα τότε ώρας εκέντα πότε την ημέραν εις τον ήλιον, πότε την νύκτα εις τον λύχνον τα προικιά της η ωραία κόρη, ονειρευομένη την ώραν του γάμου της ως την πλέον χρυσήν εν τω κόσμω προσδοκίαν. Μόνον καμίαν εορτήν, την άνοιξιν, εξήρχετο πρωί πρωί με την μητέρα της, όπως μεταβάσα εις δίωρον απόστασιν από του χωρίου, ανάψει τα κανδήλια της Παναγίας Κεχρεάς, μικρού διαλελυμένου μοναστηρίου εις ωραιοτάτην τοποθεσίαν προς την Θετταλομαγνήσίαν, και επέστρεφε την εσπέραν, νύκτα πλέον, κομίζουσα εντός του καλαθιού τρυφερά του βουνού λάχανα, εκ των οποίων ωμά έτρωγεν η γραία τα περισσότερα, έως ου φθάσουν εις το χωρίον.
Τόσον νόστιμα της εφαίνοντο, αφού μάλιστα επλύνοντο εις την δροσεράν του Προφήτου Ηλία πηγήν, ώστε τα έχαπτε τότε μοναχά και άβραστα.
― Μα τι κάμνεις μάνα; Τι θα βάνουμε στο τσουκάλι;
― Μ’ αρέσουν! έλεγεν η γραία μασώσα.
Που να την ίδει λοιπόν, νέος!
Πλην μίαν αυγήν -συνήθιζε την αυγήν να παίρνει νερό από το πηγάδι του χωρίου- επανήρχετο μετά της λαγήνου εις την οικίαν της βιαστική και την υδρίαν επί του ώμου κεκλιμένην βαστάζουσα διά της χειρός· η ετέρα εκρέματο προς τα κάτω υπό το βάρος του εκ λευκοσιδήρου κουβά. Ούτω πως εύμορφα κλίνουσα την κεφαλήν της υπό το βάρος της υδρίας προς το στήθος της έσπευδε. Πως συνέβη να περνά πρωί πρωί απ’ εμπρός της ο Νικολάκης του παπα-Νικόλα, ωραίος, ναύτης, φιλόπονος και φιλομαθής, επιστρέφων από το πλησίον της πόλεως πατρικόν κτήμα του. Εκοκκίνισεν η Κυριακούλα. Ούτως ονομάζετο η εύμορφος κόρη. Έκαμε μίαν κίνησιν να σύρει προς τα κάτω την μανδήλαν της, αλλ’ ένεκα του κουβά δεν επρόφθασε και ο Νικολάκης κοντοσταθείς είδεν όλον το ροδοκόκκινον πρόσωπόν της και εκοκκίνισε περισσότερον αυτός.
Εσταμάτησεν εκεί. Η Κυριακούλα παρήλθεν ως ακτινοβόλον μετέωρον και αυτός έβλεπε τας τελευταίας του αναλαμπάς πλέον.
Έκαμε κίνησιν ως να εσπόγγισε με το χέρι του το ευρύ μέτωπόν του. Ανέπνευσεν ευρυστέρνως. Εκινήθη ως να ήθελε να γυρίσει οπίσω λησμονήσας που επήγαινε.
― Κάτι τι σαν σαγανάκι, έλεγε μόνος του έπειτα, μου παρουσιάσθη. Έτσι ενώ και η βάρκα πηγαίνει καλά και ελεύθερα, παρουσιάζεται έξαφνα το σαγανάκι, ορμητικόν και άτακτον αέρος ρεύμα παροδικόν και κλίνει η βάρκα αντιθέτως και σύρεται το ιστίον προς τα κάτω και κάμνει η βάρκα ως να θέλει να γυρίσει πίσω.
― Δεν ξεύρεις, μάνα, έλεγε και η Κυριακούλα έπειτα εις την μητέρα της. Πρωί πρωί ο Νικολάκης του παπα-Νικόλα που να ήτανε;
― Τι; Εμουρμούρισεν η γραία.
― Τίποτε· είπεν η κόρη και εκοκκίνισεν άλλην μίαν φοράν.
* * *
Το αθώον αυτό συνάντημα κατέληξεν εις αρραβώνας. Ω! είθε όλα τα αθώα συναντήματα ν’ απολήγωσιν ούτως εις την πλέον χαρμόσυνον ευτυχίαν. Μετ’ ολίγον καιρόν εορτάσθησαν και οι γάμοι. Το χωρίον όλον ομιλούσε διά τους γάμους αυτούς.
― Τι ταιριασμένο αντρόγυνο! έλεγεν ο κόσμος. Τι ωραία που ζουν! Πως την αγαπά την γυναίκα του ο Νικολάκης! Ούτε για νερό δεν την αφήνει να πάει.
― Καλέ μαγειρεύει μόνος του, προσέθετεν υπερόριος φθονερά κόρη. Ακούς να μαγειρεύει μόνος του! Ντροπής λιγάκι!
― Ταχιά σαν φάει τα λίγα λεπτά, σου λέγω εγώ, εβροντοφώνει μία γραία πολυλογού.
Ο κόσμος έλεγε το κοντό και το μακρύ του, αλλ’ οι νεόνυμφοι διήρχοντο εν ερωτική αγάπη τας ωραίας μετά τον γάμον ημέρας, την Κυριακήν και τας άλλας εορτάς μεταβαίνοντες το βράδυ εις το πλησίον εκείνο κτήμα, την αρχήν του έρωτος και του γάμου. Πόσον ωραία εφόρει την νυμφικήν εσθήτα η λυγηρά νεόνυμφος Κυριακούλα. Ράπτουσα και κεντώσα τα ξένα φορέματα είχεν αποκτήσει τόσον λεπτήν ειδικότητα περί το ενδύεσθαι, ώστε οσάκις την έβλεπον, έδακνον τα χείλη τα ζηλότυπα του χωρίου κοράσια. Αι προς την ωμοπλάτην πτυχαί του αλεμίου, λεπτοτάτου διαφανούς καλύμματος της κεφαλής, εσχηματίζοντο με τόσην χάριν, στερεούμεναι δεξιώς διά καρφίδων· το φουστάνι με τον πολύτιμον εκ στόφας παλαιάς ποδόγυρον τόσον κανονικώς κατέπιπτε μέχρι των ποδών η ζώνη κομβώνουσα εμπρός με δύο αμυγδαλωτά επίχρυσα τσαπράκια, δύο ωραίας παλαιάς πόρπας, ήτο τόσον κομψή, τα δε επί των χειρίδων και του στήθους κεντήματα του χιτώνος παριστώντα γλάστρας με άνθη ήσαν τόσον λεπτοκαμωμένα, ώστε όλα αυτά ανεδείκνυον την Κυριακούλαν την ωραιοτέραν νύμφην του χωρίου. Όταν επήγε να πάρει βάγια των Βαΐων, έκαμαν εις τα μάτια όλαι αι γυναίκες εν τη γυναικωνίτιδι. «Αφιονιάσθηκαν», έλεγεν η γραία μήτηρ της.
Ο δε Νικολάκης του παπα-Νικόλα ήτο πάλιν εξιέραστος εν τη ανθηρά νεότητί του. Τα φορέματά του κατεσκευάσθησαν εν τη κομψή και ευθηνή αγορά της Μασσαλίας εκ λεπτού εριούχου. Η άλυσις του ωρολογίου του έστιλβεν όπως έστιλβεν η φαιδρότης εις το πρόσωπόν του, ο δε μαύρος αυτού μύσταξ παρείχεν αυτώ έξοχον τολμηρού ναύτου όψιν.
― Μας εζάλισαν κι αυτοί με τον περίπατόν τους, ήρχισαν να λέγουν οι γείτονες. Να, τα χάλασε τα ρούχα του. Δεν έχει άλλα. Δεν πάει, λέω ‘γώ, να δουλέψει ο κρεμανταλάς!
Θέλεις να ήτο φθόνος, θέλεις να ήτο τυχηρόν, τρεις μήνας μετά τον γάμον διήλθεν εκ της νήσου το ωραίον εκ Γαλαξιδίου βρίκιον ο «Αρχάγγελος». Εχρειάζετο ένα ναύτην.
― Όσο και να καθίσω, είπεν ο Νικολάκης, πάλιν θα μπαρκάρω. Δεν είναι άσχημα να πάω με το Γαλαξιδιώτικο. Έχω καλή πάγα.
Απεχαιρέτισε κλαίων την κλαίουσαν Κυριακούλαν και ανεχώρησεν ο ναύτης εις την Μαύρην Θάλασσαν. Η νεόνυμφος δεν εφόρεσε πλέον τα νυμφικά της. Ειργάζετο εις τον οίκον πλησίον της μητρός της και την Κυριακήν μετέβαινε τακτικώς εις την εκκλησίαν, φορούσα ενδυμασίαν απλουστάτην, την συνηθιζομένην, όταν απουσιάζει ο σύζυγος. Εξοικειώθη πλέον με την ιδέαν του αποχωρισμού και ήρχισε να μη κλαίει. Ετραγουδούσε τώρα ήρεμα, ώστε να μη ακούηται εις την οδόν, άσματα της ξενιτείας περιπαθή, και ανεκάλει τον Νικολάκην «το ξενιτεμένο της πουλί», το οποίον το εφώναζεν «όπως η κλώσσα φωνάζει τα μικρά πουλάκια να έλθουν κοντά της, από κάτω από τα ζεστά της φτερά». Όλων δε των τρυφερών της ασμάτων η γλυκυτάτη επωδός ήτο:
«Σου στέλνω χαιρετήματα
με του Βοριά τα κύματα».
Και επερίμενε με χαράν «να έλθει ο καλός της».
Αλλ’ ήλθον μίαν ημέραν αι εφημερίδες όλαι των Αθηνών, αίτινες από του «Νεολόγου» παραλαβούσαι εκόμισαν την θλιβεράν είδησιν ότι ο Νικολάκης του παπα-Νικόλα επνίγη εις την Μαύρην Θάλασσαν. «Τον έφαγαν τα κύματα» όπως έλεγε το μοιρολόγιον.
Είπον όλοι να μη το φανερώσουν. Αλλ’ η διδασκάλισσα του χωρίου, φλύαρος γεροντοκόρη, το είπεν εις τα μικρά κοριτσάκια αργολογούσα την επαύριον, και το δυστύχημα εφανερώθη μίαν εβδομάδα προ του αγίου Νικολάου.
Η δυστυχής Κυριακούλα, ακούσασα πρώτον τους ψιθυρισμούς ―«βούλιαξαν καράβια» της είπον κατ’ αρχάς, έπειτα άλλος τις επρόσθεσεν, «εις την Μαύρην Θάλασσαν»― ήρχισε πάραυτα να αισθάνεται θλίψιν μυστικήν ως πόνον εις την καρδίαν. Τέλος όμως το έμαθε καθαρά.
Έπεσε λιπόθυμος. Η γραία μήτηρ έβαλε φωνάς. Όλοι έσπευσαν τότε να την συλλυπηθούν «εις το μαύρο δυστύχημα». Όσαι πρότερον φθονούσαι την εκακολόγουν, ησθάνθησαν ήδη πρώται την λύπην. Βέβαια, ο φθόνος πάντοτε λυπείται πρώτος εις τας δυστυχίας! Την πρώτην ημέραν ήτο άφωνος, άγρυπνος και άγευστος. Τα όμματά της, εκείνα τα ωραία, ξηρά. Η γραία εφοβείτο περί της υγείας της: «Το άμοιρο!» έλεγε. Και επανελάμβανε. «Θα το χάσω!» Την τρίτην ημέραν εφόρεσε τα μαύρα, και έχουσα λυτήν την κόμην και αποπάνω μίαν μαύρην μανδήλαν εμοιρολογούσε χωρίς να φάγει, χωρίς να πίει γονατισμένη προ των καλών φορεμάτων του Νικολάκη, τα οποία έβγαλε από το σεντούκι και άπλωσεν εμπρός της ένα ένα ―σπαραξικάρδιον θέαμα!
Αλλ’ όταν έφθασεν η παραμονή του Άγιου Νικολάου, οι θρήνοι της ήσαν ακράτητοι, και σχεδόν όλον το χωρίον παρεπονείτο διά το θλιβερόν κτύπημα, το οποίον εγίνετο κατά της πανηγύρεως. Περισσότερον δ’ όλων εφώναζεν η γριά το Μορφάκι. Κατήντησε να σταλεί επιτροπή εις τον κ. δήμαρχον, όστις πάλιν εν τη βία του παρήγγειλεν εις τον κλητήρα να εμποδίσει να φωνάζει τόσον «εκείνη η παλαβή».
Αλλ’ επειδή οι θρήνοι δεν κατέπαυον, πάλιν ο δήμαρχος παρήγγειλε «της παλαβής» να ησυχάσει.
Απαρηγόρητος, κλαίουσα θλίψις! Κλείσθητι καλύτερον εις τας βαθυτέρας της καρδίας κρύπτας. Δεν έχεις το δικαίωμα να διακόπτεις την χαράν των άλλων!
* * *
Εβράδιασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολικάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ’ εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος και αφήνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον.
Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν’ αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι· και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της Ατμοπλοϊκής εταιρείας ανεβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.
Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνει η αγρυπνία. O γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες την πανήγυριν.
Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθείς, θα απαντήσεις τον ναόν του αγίου Νικολάου μικρόν η μέγαν, με μάρμαρα η με πλίνθους. Ο άγιος Νικόλαος είναι ο Παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία· των θαλασσών ο Άγιος. Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. O ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέφει εις την νήσον του, φέρει το τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχει κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν’ αγρυπνήσει όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθεί η εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλιτώσει, πρώτα πρώτα θα φέρει το τάξιμόν του εις τον άγιον, λαμπάδα μεγάλην η αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβεί εις την οικίαν του να χαιρετίσει την μητέρα του η την σύζυγόν του. Αλλ’ ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ.
Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γίνει καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματα της θαλάσσης, πηγαίνει να την κλείσει εις τους αφώνους του μοναστηρίου τοίχους, εις τον Άθωνα.
Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης η υπό του χρόνου η διότι ο ζωγράφος ηθέλησε διά του σκιερού χρώματος να παραστήσει το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού Αρχιερέως. Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξίδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ευχαριστείτο ότι την στιγμήν εκείνην εβούιζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ευχαριστούντο γύρω γύρω οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οις διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα. Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του αγίου και ευλογούσεν η χειρ τους προσφιλείς του ναυτίλους, και ότι συχνά μετέβαλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον. Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μυρέων, άγριος και απειλητικός, εμφανισθείς εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώσει τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα.
O δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθεί, εφαντάζετο τον άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παριστά τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν ο ενθυμούμενος την στιγμήν κατά την οποίαν ο άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν ότι έβλεπε διάβροχον τον ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα.
Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν.
Εις δε την άκραν του ναού προς την θύραν συνειλεγμένα ικανά γραΐδια του χωρίου ήλθον εις την εκκλησίαν ν’ ακούσουν την θαυμαστήν διήγησιν «της γριάς με το λαδικό». Ω πόσον δραματικώς θαυμαστή είναι η διήγησις αύτη Συμεών του Μεταφραστού! Μετά την κοίμησιν του Αγίου έκλαμπρος ναός ανηγέρθη εις τα Μύρα της Λυκίας, την πατρίδα του, όπου και η μυρόβλητος σορός του αγίου λειψάνου κατέκειτο. Τούτον ηθέλησεν ο φθονερός πάντοτε δαίμων να καύσει· και μεταμορφωθείς εις γραΐδιον προσήλθεν εις όμιλον προσκυνητών αναχωρούντων διά την πανήγυριν και μετά υποκριτικών κλαυθμών παρεκάλει να λάβουν διά τον ναόν του αγίου μικρόν λαδικόν πλήρες ελαίου, διότι αυτή ζαλίζεται, έλεγε μετά δακρύων, να πατήσει εις πλοίον και να ταξιδεύσει, να ‘χετε την ευχίτσα μου, έλεγε και έκλαιεν. Οι προσκυνηταί συγκινηθέντες το έλαβον· αλλά την νύκτα επιφανείς ο άγιος Νικόλαος: Ογλήγορα, λέγει, να ρίψετε το λαδικόν εις την θάλασσαν. Είναι τέχνασμα του δαίμονος να καεί ο ναός μου. Το έριψαν, και ευθύς μία φλόγα μετέωρος υψώθη προς τον αέρα και καπνοί από εκεί δυσώδεις την αποφοράν εξεπέμποντο· τα κύματα διεσχίσθησαν πάραυτα, και ο πυθμήν με καχλασμόν ανέβρασε και εσχηματίσθησαν αίφνης βρασμώδεις σεισμικοί κρότοι και αι αναπεμπόμεναι σταγόνες ήσαν σπινθήρες καίοντες. Οι ναύται κατεπλάγησαν εκ του αιφνιδιαστικού αυτού κινδύνου. Το πλοίον ήρχισε να βυθίζεται. Αλλ’ ο άγιος ταχύς βοηθός, πάραυτα εξήγαγε το πλοίον μακράν του κινδύνου. Μία δε γλυκυτάτη αύρα προσπνεύσασα ευώδης και αγιαστική ενέπλησε χαράς την καρδίαν των. Πόσες φορές παιδίον με συνεκίνησεν η δραματική αυτή διήγησις!
Η Κυριακούλα ακούουσα της αγρυπνίας τους κώδωνας, έπαυσε χωρίς να θέλει τον θρήνον και «Πήγαινε, μάνα, το εικόνισμα στην Εκκλησιά», είπε. «Είναι αμαρτία να μη το πάμε».
Η γραία μήτηρ της μετά δυσαρεσκείας υπήκουσεν.
Εις την εκκλησίαν δεν έμεινεν. Εκόλλησε το κηρίον και απήλθεν αμέσως.
Τότε ηκούσθησαν και του ελθόντος ατμοπλοίου οι οξείς συριγμοί· και μετ’ ολίγον εκεί εις την εκκλησίαν, πάλιν εις τον κύκλον των γραιών πρώτον διεδόθη η φήμη ότι ο Νικολάκης ήλθε.
― Ποιος; Ποιος; Επανελάμβανον δέκα συγχρόνως στόματα.
― Να, ήλθε, έλεγον αι γραίαι, ο Παπανικόλας. Μία δε χωρίς να την ερωτήσουν, είπεν από την βίαν της: «ήλθεν ο άις Νικόλας.»
Και ήκουες μετ’ ολίγον εις την άγοράν:
― O πνιγμένος! Ήλθεν ο πνιγμένος!
Πρώτη εξήλθε πτερωτή η γριά το Μορφάκι και με τα βαρέα υποδήματα του υιού της δυσκολοπεριπατούσα εφώναζεν από την αυλήν ακόμη: «Ήλθεν ο Νικολάκης», φέρουσα χαρμόσυνον είδησιν εις την κόρην της ότι θα εόρταζε πλέον το όνομα του υιού της.
* * *
Την στιγμήν εκείνην ανέβαινε την κλίμακα του πενθούντος εκείνου οικίσκου νεαρός ναύτης με μεγάλα ρωσικά υποδήματα, με αμπαδίτικα φορέματα χονδρά και ένα μουσαμά απ’ έξω ως επανωφόριον και μίαν προβιάν εις την κεφαλήν. Κόσμος πολύς έτρεχε κατόπιν του. Η εκκλησία εκενώθη σχεδόν. Ήτο ο Νικολάκης.
Η ωραία Κυριακούλα εις την αιφνιδίαν θέαν του έμεινεν άφωνος. Ελιποθύμησεν. Αλλ’ ο Νικολάκης, όστις από της παραλίας ακόμη επληροφορήθη τα διατρέχοντα, έδειξε μεγάλην απάθειαν και εφρόντισε πρώτον να επαναφέρει εις τας αισθήσεις της την σύζυγόν του, ήτις έπεσεν αναίσθητος επάνω εις τα καλά φορέματα του συζύγου της, προ των οποίων ως προ απεικονίσματος εθρήνει τόσας ημέρας, ως είπομεν. Και αφού εκείνη συνήλθε, την εκοίταξε συμπαθώς με την κατάμαυρον μανδήλαν, με τα ωραία ξέπλεγα μαλλιά και με τους βουρκωμένους εκ των δακρύων οφθαλμούς και φρικίασιν αισθανθείς έπεσεν εις τους κόλπους της θρηνών και αυτός. Η σκηνή ήτο εξόχως δραματική.
Που ήτο έπειτα κρυμμένη τόση χαρά; Όλοι οι συνελθόντες εγελούσαν θορυβωδώς, αλλ’ η Κυριακούλα ολίγον κατ’ ολίγον εξοικειούτο με την ευφρόσυνον πραγματικότητα.
Τότε ο Νικολάκης ήρξατο να διηγείται προς τους συναχθέντας ναύτας τα του ναυαγίου με όλην την τραγικότητα του συμβάντος.
― Τα κύματα βουνά, έλεγε: Νύχτα, χιονιά. Από την πρύμνη δεν έβλεπες εις την πλώρη. Ένα κύμα θηρίο μας αρπάζει μαζί με το καράβι. Ο κρότος μου εφάνη σαν βροντή. Εγώ επρόφθασα να είπω μόνον «Άγιε Νικόλαε»· και ευρέθην μακριά στο πέλαγος κρατών ένα μεγάλο ξύλο. Οι άλλοι έπεσαν στον βράχο. Εχάθηκαν. Έμεινα στο ξύλο μισοπεθαμένος μια νύχτα και μια μέρα, και τότε ένα βαπόρι που πήγαινε για το Βατούμ μ’ επήρε και μ’ έβγαλεν εκεί. Είχαν δίκαιον να γράψουν αι εφημερίδες πως επνίγηκα. Το πως εγλίτωσα είναι θαύμα.
― Άγιε Νικόλαε! ως εξ ενός στόματος έκραξαν όλοι οι συνηγμένοι εκεί, αποκαλύψαντες ανεπαισθήτως τας κεφαλάς των και σταυροκοπηθέντες· και απήλθον εν χαρά εις την αγρυπνίαν, ενώ ο απέναντι οίκος της γριάς το Μορφάκι, ελαμποκοπούσεν από τα φώτα.
― Το μεγαλύτερον όμως θαύμα του αγίου Νικολάου, που να ‘χουμε την ευχή του, προσέθετε την επαύριον ο γέρων του χωρίου ιερεύς, είναι ότι ουδέποτε φαιδρότερον επανηγυρίσθη η εορτή του Αγίου Νικολάου εις την νήσον μας από το έτος αυτό.
Τούτο το έλεγε και τα ξανάλεγεν και η γριά το Μορφάκι, η οποία πρώτην φοράν επί ζωής της είχε μείνει εις την αγρυπνίαν έως το πρωί.
Όταν δε την εσπέραν της εορτής επήγαν εις τον Ναόν και έψαλαν παράκλησιν και ευχαριστίαν, ενώπιον της εικόνος του Αγίου και τα τρία πρόσωπα του ιστορήματος, ο γέρων ιερεύς εις το τέλος ως γραμματισμένος όπου ήτο και μουσικός, επήρε το βιβλίον της Ψαλτικής και έψαλε με ιδιαιτέραν χάριν το Δαβιτικόν άσμα, πολύ κατάλληλον εις την περίστασιν εκείνην: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, και εις το πρωί αγαλλίασις». Η μελωδία του ιερέως ακουσθείσα έξω εις την μικράν πλατείαν παρεκίνησε πολλούς να έμβουν εις τον Ναόν· και ήτο μια χαρά να βλέπεις τους νησιώτας με τόσην κατάνυξιν να ίστανται ενώπιον της εικόνος του Αγίου των θαλασσών παρακολουθούντες την γλυκείαν του ιερέως ψαλμωδίαν με δάκρυα. ~~~
Σημειώσεις της Πηνελόπης Τούτση:
Ο Άγιος Νικόλαος - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας
Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Έλληνας διηγηματογράφος, ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Το διήγημα αναφέρεται στη γενέτειρά του νήσο Σκιάθο.
Τρεις νέοι που απεικονίζονται σε βάρκα στη θαλάσσια περιοχή της νήσου Σαλαμίνας. Παλαιά φωτογραφία που υπάρχει στο αρχείο μου. Ουδείς εξ αυτών των νέων σχετίζεται με πρόσωπα της νήσου Σαλαμίνας που φέρουν το επώνυμο "Τούτσης".
Θαύμα του Αγίου Νικολάου στη θάλασσα - Άγιος Nικόλαος Oρφανός στη Θεσσαλονίκη (1310-1320)