ΕΚΘΕΣΙΣ (ΕΤΟΥΣ 1889) ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΣΑΛΑΜΙΝΙ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ
ΕΚΘΕΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΣΑΛΑΜΙΝΙ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ
Τοποθεσίαι τινές, ὠσεὶ θεία βουλήσει πρὸς τοῦτο ἐκλεγεῖσα, εἰς φοβέρας καὶ τρικυμιώδεις ἐποχὰς καθίστανται σωτηρία κινδυνευόντων λαῶν. Εἶπερ τις καὶ ἄλλος τόπος ἡ νῆσος Σαλαμὶς δύναται νὰ θεωρηθῶ ὅτι κέκτηται κατ’ ἐξοχὴν τὸ προσὸν τοῦτο, διὰ τὰ φύσει πρὸς ἄμυναν καὶ σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος ἑκάστοτε χρησιμοποιηθέντα πλεονεκτήματα αὐτῆς.
Ὅπως κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἐκ τῶν στενῶν αὐτῆς ἀνέθορεν ἡ σωτηρία καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος, οὕτω καὶ κατὰ τὸν φοβερὸν ἀγῶνα τοῦ 1821 αὐτὴ ἐξελέγη καὶ κατέστη τὸ ἀσφαλὲς πάντων τῶν ἐν τῇ Στερεῇ καταδιωκομένων Ἑλλήνων καταφύγιον, καὶ τὸ ἀπροσπέλαστον τοῖς ἐχθροῖς αὐτῶν ἄσυλον.
Ἐν τούτοις καίτοι ἅπασα ἡ νῆσος κατέστη τὸ ἄσυλον τῶν προσφύγων, ἡ ἐν αὐτῷ ὅμως κειμένη ἱερὰ Μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ Φανερωμένη, ἢν ἡ ἑστία καὶ τὸ κέντρον αὐτῶν κατὰ πάντα· καὶ τοῦτο οὐ μόνον, ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς, ἡ διότι οἱ μοναχοὶ τῆς ἀνεφαίνοντο ἄξιοι πατριῶται, καὶ ὄντως Χριστιανοί, ἀλλὰ πάντως διὰ τὸ θαυματουργὸν ὄνομα τῆς ἐκκλησίας, ὅπερ ἀπὸ τῆς εὑρέσεως τῆς εἰκόνος, τουτέστι πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, δὲν ἔπαυε φερόμενον εὐλαβῶς ἀνὰ τὰ στόματα τοῦ λαοῦ δι’ ἢν ἔκτοτε ἐπεδαψίλευεν ἀδιαλείπτως τοῖς προστρέχουσι θαυμασίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν.
Ὅθεν ἀρξαμένου τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν Τούρκων κατεχόντων τὰς Ἀθήνας, τὸν Πειραιᾶ, τὴν Ἐλευσῖνα, ἔστιν ὅτε καὶ τὰ Μέγαρα, ἡ ρηθεῖσα Μονὴ ἐκλεγεῖσα, κατέστη καὶ διετέλει τὸ συνεντευκτήριον τῶν ὁπλαρχηγῶν, τὸ φυλακεῖον πάντων των τοῦ πολέμου ἐφοδίων, τὸ τροφοδοτεῖον ἐν γένει τῶν στρατιωτῶν, γυναικῶν καὶ παίδων, ὡς ἐναποτιθεμένων ἐν αὐτῇ πάντων τῶν παρ’ομογενών καὶ φιλελλήνων ἀποστελλομένων τροφῶν καὶ ἐνδυμάτων τὸ θησαυροφυλάκιον πάντων τῶν πολυτίμων πραγμάτων τῶν τε Μονῶν καὶ πέριξ κοινοτήτων, καὶ τὸ θεραπευτήριον τῶν ἐν ταῖς μάχαις πληγωθέντων, ἡ ἄλλως ἀσθενῶν.
Ἰδοὺ τίνι τρόπῳ διηγεῖτο ἡμῖν ταῦτα ὁ πρὸ μικροῦ ἀποβιώσας μοναχὸς τῆς Μονῆς ταύτης Ἀνανίας, ἐκ Κουντούρων τοῦ Δήμου Ἐλευσίνας, ὑπερενενηκοντούτης τὴν ἡλικίαν, ἀγωνιστὴς καὶ πρῶτος ἐξάδελφος τοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου Κούντουρα Νικολ. Ζέρβα ἔνδοξου ὁπλαρχηγοῦ τῆς Κρήτης.
***
-Νά, τὸ γλέπεις ἐκεῖνο ; (λέγει ἡμῖν ὁ γέρων, δεικνύων μὲ τὴν ράβδον του τὸ πέριξ τῆς Μονῆς πυκνότατον ἐκ πεύκων καὶ κέδρων δάσος).
-Ναὶ τὸ βλέπω.
-Οὔτε θυμάρι γιὰ φρόκαλο εὕρισκες ἐκεῖ ‘ς τὴν ἐπανάστασι, καὶ μηδὲ χορτάρι γιὰ ταμπάκο ἐφύτρωνε.
-Καὶ διατί, παπποῦ;
-Ἐπειδὴς ἐδωνὰ μέσα κι’ ὄξω τοῦ μοναστηριοῦ ἤσανε ἑβδομῆντα πέντε χιλιάδες ψυχαῖς, καπετανέοι, στρατιώταις, παπᾶδες, γιατροί, παιδιά, γυναῖκες, χίλια καὶ δύο, κι’ ἄκουες νύχτα καὶ μέρα μποῦ, μποῦ, μποῦ. Τί ν’ Περαίας ; τί ν’ Ἀθήνα, τὸ σήμερο; καὶ δὲν ἀφῆκαν μήτε γίδι, μήτε πρόβατο, μήτε βώδι τοῦ μοναστηριοῦ, μήτε φούχτα ἀλεύρι γιὰ πρόσφορο, νὰ ἔτσι, τίποτις...
-Ποὺ ἤσουν ἐσύ, παπποῦ, τότες, καὶ πὼς τὰ εἰξεύρεις;
-Ἐγὼ ἦρθα σὲ τοῦτο τὸ μοναστήρι καὶ ἔγεινα καλόγερος εἰς τὰ εἰκοσιδυό, καὶ τάϊδα καὶ τάκουκα καὶ γνώρικα καὶ τὰ καπετανάτα ὅλα. Νὰ ἐκεῖ ’ς τὸν πύργο ἐμαζεύγουνταν πᾶσα βράδυ καὶ τὰ λέγανε καὶ τὰ τετοιώνανε ὅλα κρυφά, κρυφά, καὶ τὸ πωρνὸ πωρνὸ τάγλεπες κ’ ἔπερνε πᾶσα ἕνας τοὺς δικούς του, καὶ τάκαναν πούφ, τόνα ’πά, τάλλο ’κεῖ, δρόμο, πόλεμο πλιάτσικο, τὸ βράδι σούρπα, σούρπα, νάτα φορτωμένα ὅλα τοῦτο ’κεῖνο· τόμου ἐρχόντανε, πρῶτα κι’ ἀρχῆς ἐβγάνανε τὸ καλλίτερο μερδικὸ τουνὴς νὰ τῆς Παναγίας, κ’ ὕστερα νὰ τὸ πάρουνε δυὸ τρεῖς πρῶτοι καπετάνοι νὰ πᾶν νὰ γονατίσουν μπροστά ’ς τὴν εἰκόνα νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ ταφήκουν νὰ φύγουν».
-Λοιπὸν τὸ εἶχαν σὲ ὑπόληψι τὸ μοναστήρι ἐκεῖνοι;
Ὁ γέρων διανοίξας τοὺς πυριφλεγεῖς ὀφθαλμοὺς τοῦ τότε καὶ μετὰ θυμοῦ στρέψας, μοὶ λέγει:
-Ὄχι! ἦταν κ’ ἐκεῖνοι σὰν κ’ ἐσᾶς! ὅπου ὄντες μπαίνεται ‘ς την ἐκκλησὰ σηκώνετε σὰν μουλάργια τὸ κεφάλι.. Ἐκεῖνοι βρὲ ἕνα πρσοκύνημα εἶχαν, τὴ Φανερωμένη, ἀλλοῦ δὲν εὕρισκες ἐκκλησά, οἱ Τοῦρκοι της ἐχάλακαν, τῆς ἔκαψαν ὅλαις, λοιπὸν τώχαν κατὰ πολλὰ εὐλαβὶ τοῦτο τὸ μοναστήρι, ἐκεῖνοι ’ρέ, ὄχι ἄπό τα πλιάτσικα, μόνο καὶ τακριβά τους ὅλα, ἅρματα, χαϊμαλιά, ἀσήμνια ἐδῶ ’ς τὴν Παναγιὰ τάχαν τάμμα, καὶ τὸ θωροῦσαν μιστὸ κ’ ἔπαινο μεγάλο ποιός νὰ τῆς φέρη τὰ πλειὰ ἀκριβά, ὡς καὶ τὰ κόκκαλά τους ἀκόμη ὅλοι οἱ μεγάλοι ἔδώ νὰ τὰ θάψουν τὸ κάνανε παράγγελμά κ’ ἐπὰ τρέχανε νὰ γιατρευτοῦν λαβωμένοι.
Μετ’ οὐ πολὺ εἴδομεν τὸν γέροντα ἱστάμενον ἐπὶ μαρμάρινης πλακὸς πρὸ τῆς μεγάλης θύρας τοῦ ναοῦ κύπτοντα δὲ τὴν κεφαλὴν νὰ κτυπᾶ διὰ τῆς ράβδου τὴν πλάκα.
-Τί σοῦ ἔκαμε, γέρω, ἡ πλάκα καὶ τὴν κτυπᾶς;
-Νά, ἔλα νὰ τὸ μάθης κ’ ἐσύ. Τί μοῦ ἔκαμε! Ἐδωνὰ ἀποκάτω ’ς τὴν πλάκα ἔχουν θαμένα τὰ κόκκαλα τοῦ Γκούρα, ποὺ τάφεραν ἀπὸ τὸ Κάστρο τῆς Ἀθήνας, ὅπου ἐσκοτώθηκε, τὰ παλληκάργια του· ‘πειδὴς τῶχε ἔτσι παραγγελία.
-Δὲν σοῦ λέω ’γὼ βρέ; πώς ’κεῖνοι ποὺ λευτερώκανε τοῦτο τὸν τόπο δὲν ἦταν ξιπασμένοι σὰν ἐσᾶς; Τὸ μοναστήρι τοῦτο τώχαν σὰν τοῦ ἅγιο Τάφο εὐλαβί. Μὰ εἶχε καὶ τάξι τότες, θυλικὸ δὲν ἔμπαινε ποτὲς μέσα, παρὰ νὰ διαβαστῇ καὶ νὰ φύγη εὐθύς. Πάω ἐνενῆντα τέσσερα χρόνια, εἶδα κ’ ἦρθαν ἄρρωστοι νά, σὰν τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς μου, ἄλλοι λυσασμένοι, ἄλλοι παράλυτοι, ἄλλοι τρελοὶ κι’ ἀπὸ εἴκοσι, ἕνας δὲν ἐγιατρεύετο· πόσαις στέρφαις, ποὺ δὲν ἔκαναν παιδιὰ εἶδα κ’ ἤπιαν τὸ καντύλι της καὶ ἐγέννησαν. Τώρα τρέχουν ’ς τὴν Τῆνο, μνιὰ εἶν’ ἡ χάρι της. Τότε Τῆνος καὶ ἅγιος Τάφος ἦταν ἡ Φανερωμένη.
-Λοιπὸν τὰ κόκκαλα τοῦ Γκούρα ἐδῶ εἶναι;
-Ναὶ ἐδῶ, μά τον ἐξεχάκανε τὰ γκουβέρνα μας καὶ μήτε οἱ ’δικοί του τὸν θυμήθηκαν νὰ φέρη ἕνας μνιὰ φούχτα κόλυβα ‘ς τὴ Φανερωμένη διὰ νὰ τοῦ πῇ ὁ κόσμος ὁ Θεὸς συχωρέση του. Ἤτανε πρῶτο παλληκάρι, ἦταν ἀρχηγός της Ρούμελης, ἐσκοτώθηκε ’ς τὸν πόλεμο καὶ δὲν ἐπρεπεν οἱ τέτοιοι νὰ ξεχνιῶνται, μὰ αἱ..... τί νά ’πῇ κανένας· ἄλλοι φυτεύγουνε ταμπέλια, κι’ ἄλλοι πίνουν τα κρασά».
***
Τοιαῦτα εἶσι τὰ παρὰ τοῦ γέροντος μοναχοῦ λεχθέντα, ἅτινα καὶ παρ’ ἄλλων βεβαιοῦνται, καὶ δὴ ὑπὸ δημοτικῶν ἀσμάτων.
Ἰδοὺ τί λέγουσιν οἱ ἑξῆς στίχοι, ἀναφερόμενοι εἰς τὸν Καραϊσκάκην ἐν Φαλήρῳ πληγωθέντα·
Ἐγὼ κι’ ἂν ἐλαβόθηκα, συντρόφια, μὴ λυπᾶσθε, πάω ταχύ ‘ς την Κούλουρη μὲσ’ στὴ Φανερωμένη, ’ποῦν’ οἱ βασιλικοὶ γιατροὶ νά ’γιάνουν τὴν πληγή μου, καὶ νὰ κρεμάσω τ’ ἅρματα ἀπάνω ’ς τ’ ἁγιοβῆμα κι’ ὡς τὰ διαβάση ὁ λειτουργὸς θὲ νὰ τὰ βάλω νάρθω.
Ὁ Μητρομάρας, ἀφιερώνων κατὰ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ τὸ περιώνυμον ξίφος του εἰς τὴν Μονὴν ταύτην, ἀπήγγειλεν, ὡς λέγεται, τὸ ἑξῆς δίστιχον·
Τῶν ἀντρειωμένων τ’άρματα δὲν πρέπει νὰ πουλιῶνται,
πρέπει σὲ τέτοιαν ἐκκλησιὰ νάναι νὰ λειτουργιῶνται.
Τὸ ξίφος τοῦτο ἐδόθη παρὰ τῶν προκατόχων ἡγουμένων ἐπὶ ἀποδείξει εἰς τὸν Ἄνδ. Μιαούλη, ἵνα δοθῇ εἰς τὸ Μουσεῖον τοῦ Ναυστάθμου.
***
Καταφυγόντων τῶν ἐκ τῆς Στερεᾶς κατοίκων Ἑλλήνων ἐν τῇ νήσῳ, καὶ τὰς γυναίκας καὶ τοὺς παῖδας καὶ πάντα τὰ πρὸς πόλεμον ἐφόδια ἐν τῇ Μονῇ ἐξασφαλισάντων, οἱ ἐπαναστάται οὐδὲν εἶχον τὸ παρακωλῦον αὐτοὺς πρὸς πᾶσαν ἐνέργειαν, ἂλλ’ ἐπειδὴ καὶ πάλιν πολλοί των ἐν τῇ Μονῇ ἔπιπτον εἰς τὰς συνήθεις τῶν Τούρκων ἐνέδρας κατὰ τὴν εἰς τὴν Στερεὰν μεταβίβασιν αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῆς μεγάλης τοῦ πλήθους συρροῆς καὶ ἄλλων αἰτίων ἐνέσκηψε νόσος φθοροποιὰ ἐν τῇ Μονῇ, ὠχύρωσαν τὸ ἐν τῇ Μεγαρικῇ παραλία Βούδουρον ἀκρωτήριον, τῶν Μεγαρέων ἁπάντων ἐν αὐτῷ μετοικησάντων, καὶ τὸ κατέστησαν ἐπὶ τῆς στερεᾶς προμαχῶνα ἀμυντικώτατον, ἐξασφαλίσαντες οὕτω σὺν τὴ ἀραιώσει τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ταχεῖαν καὶ ἀκίνδυνον μεταβίβασιν αὐτῶν εἰς Σαλαμῖνα, ὡς τοῦ ἀκρωτηρίου μὴ ἀπέχοντας τῆς νήσου πλέον τῶν ἑξήκοντα μέτρων.
Οἱ Ὀθωμανοί, τούτων οὕτω γενομένων, καταπολεμούμενοι πανταχόθεν καὶ τοὺς Ἕλληνας ἀδυνατοῦντες νὰ συλλάβωσιν ἢ νὰ καταδιώξωσιν ἀποτελεσματικῶς, περιήρχοντο εἰς δεινὴν ἀμηχανίαν. Συνεννοηθέντες δὲ οἱ κατὰ τὴν Στερεὰν πασᾶδες πολλὰς πολλαχόθεν κατὰ καιροὺς ἐποίουν, καὶ δὴ ἐν ὥρᾳ νυκτός, ἀπόπειρας, κατασκευάσαντες ἐν Ἐλευσῖνι σχεδίας καὶ λέμβους ὅπως διαπλεύσωσι τὸν πορθμὸν καὶ εἰσβαλόντες εἰς τὴν νῆσον ἐξοντώσωσι καὶ καταστρέψωσι τοὺς ἐπαναστάτας καὶ δή τους ἐν τῇ Μονῇ. Ἂλλ’ ὅμως, καίπερ εἰς τοῦτο ἐπὶ πολὺ παντὶ σθένει ἀγωνισθέντες πάντοτε ἀπετύγχανον καὶ τοῦτο διότι οὐ μόνον καθ’ ὅλην τὴν βόρειον τῆς νήσου παραλίαν ἀπὸ ἀνατολῶν ἄχρι δυσμῶν εἶχον τάξει οἱ Ἕλληνες φυλακάς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀπέναντι ἐπὶ τῆς Στερεᾶς παραλίαν εἰς ἐπικαίρους θέσεις φρουρὰν ἰσχυράν, ὥστε προλαμβάνοντες οὕτω ἀείποτε ἀπέκρουον καὶ ἐμηδένιζον ἐπιτυχῶς τὰς κατ’ αὐτῶν ἐπιθέσεις τῶν Τούρκων. Τρόπω τοιῶδε ἐξασφαλιζόμενοι κατὰ τῶν ἐκ τῆς Στερεᾶς ἐχθρῶν δὲν εἶχον ἀνάγκην οὐτ’ ἀπὸ θαλάσσης, ἐπειδή, ὡς γνωστόν, ἡ νῆσος προησπίζετο πόρρωθεν καὶ προϋφυλάσσετο ὑπὸ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετσῶν καὶ τῶν Ψαρρῶν.
Οὗτοι εἶσιν οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, ὤν ἕνεκεν δὲν ἠδυνήθη ἐχθρικὸς ποὺς κατὰ τὸν τοῦ 1821 ἀγῶνα νὰ πατήση τὸ τῆς νήσου ἔδαφος, οὐδὲ μιαρὰ χεὶρ νὰ βεβηλώση τὴν ἐν αὐτῇ ἱερὰν Μονήν της Νεοφανείσης, ὡς τὰ σιγίλλια τὴν ἀποκαλοῦσιν.
Οἱ ἄνθρωπαι ἐν τούτοις τοῦ καιροῦ ἐκείνου βλέποντες ἀσθενεστάτην τὴν αὐτῶν δύναμιν παραβαλλομένην πρὸς τὰς κολοσσιαίας τῶν Τούρκων, αἵτινες ἀκατάβλητοι ἐθεωροῦντο, εἰς μόνην τὴν Θείαν Πρόνοιαν ἀνέθεντο τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας αὐτῶν, δι' ὃ τὰ πάντα ἀποδίδουσι, τοὐτέστιν ἐπαγρύπνησιν, γενναιότητα καὶ προθυμίαν τῶν ἡμετέρων, καθὼς καὶ τὴν ἐκ τούτων ἀποσόβησιν καὶ τροπὴν τῶν Ὀθωμανῶν εἰς τὴν ἐν τῇ νήσῳ Σαλαμίνας θαυματουργὸν δύναμιν τῆς Νεοφανείσης.
Οἱ ἑξῆς στίχοι τεθειμένοι εἰς τὸ στόμα του Κιουτάγια, τοὺς ὁποίους ἐτραγώδησεν ἡμῖν ὁ ἐκ τῆς Πελοποννήσου βλαχοποιμὴν Παναγ. Μπαχθαλιάς, ἀπεικονίζουσι τὸ βαθὺ τῆς εὐσεβείας αἴσθημα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων.
Χωριὰ καὶ Κάστρα καὶ βουνά, κι’ ὅλα τὰ Μοναστήρια
ἐδιάβηκα, τὰ πάτησα, καὶ τάκαμα ὅλα στάνη,
μὰ ἡ Παναγιά της Κούλουρης τὸ μέγα Μοναστήρι,
ὀπούχει ἑξῆντα σήμαντρα, κ’ εἰκοσιτρεὶς καμπάναις
μὲ δεσποτᾶδες, ἱερεῖς, μὲ ψάλταις ἐνενῆντα,
στέκεται καὶ μὲ πολεμᾶ δέν ’φίνει νὰ τὴν πάρω,
δεκάξε φόρμους ἔκαμα κ’ εἰκοσενήα γιουροῦσα
μὰ ἡ φωτιά της μ’ ἔκαψε, καὶ φεύγω, τὴν ἀφίνω ....
«Πανοσιώτατε ἡγούμενε. Σᾶς πέμπομεν ὅλα τὰ πολύτιμα σκεύη τῶν ἐκκλησιῶν μας καὶ τὴν βιβλιοθήκην τῆς κοινότητος καὶ παρακαλοῦμεν νὰ τὰ φυλάξητε καλὰ ἕως ὅτου ἀποκατασταθῇ τὸ γένος μας».
Παρόμοιον γράφει καὶ ὁ τῆς Αἰγίνης Ἐπίσκοπος ἀποστέλλων τὰ κειμήλια καὶ τὴν βιβλιοθήκην του, ἵνα, λέγει, χρησιμεύση μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν πρὸς φωτισμὸν τοῦ ἔθνους.
***
Τὸ δὲ ἱστορικὸν τῆς Μονῆς, ὡς γέγραπται ἐν τοῖς Πατριαρχικοῖς σιγιλλίοις ἔχει ὡς ἕπεται κατὰ περίληψιν.
Ἐν ἡ θέσει κεῖται σήμερον ἡ Μονὴ ὑπῆρχε πάλαι ποτὲ ἑτέρα· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἂς ὑπέστη τὸ ἥμερον ἔθνος περιπετειῶν κατεστράφη, καὶ ἐντελῶς ἐξηφανίσθη, ὥστε οὔδ’ ἴχνος αὐτῆς διεκρίνετο ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, οὐδὲ ὑπῆρχεν ἄνθρωπος νὰ γνωρίζη τί περὶ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐνῷ πρὸ τριακοσίων ἐτῶν περίπου ὁ Λάμπρος Κανέλλος Μεγαρεύς, οἰκογενειάρχης, ἁπλοῦς ἐργάτης, κατὰ πάντα ἐνάρετος εἰργάζετο ἐν Κορίνθῳ, ἐφανερώθη καθ’ ὕπνον εἰς αὐτὸν ἡ Θεοτόκος ἐπιτάσσουσα νὰ κατέλθη εἰς Σαλαμῖνα, καὶ εἰς ἢν ὑπεδείκνυεν αὐτῷ θέσιν σκάπτων θὰ ἀνεύρη τὴν εἰκόνα αὐτῆς, εἶτα δὲ νὰ ἀνοικοδομήσει τὴν ἐκκλησίαν καὶ ν’ ἀποκαταστήση τέλειον Μοναστήριον. Ὁ Λάμπρος ἀφυπνισθεῖς ἐθεώρησε τὸ ὅραμα τοῦτο ἁπλοῦν ὄνειρον, ὥστε διστάζων οὔτε νὰ τὸ διηγηθῇ εἰς ἕτερον ἀπετόλμησεν ἀλλὰ πάλιν τὴν ἑπομένην καὶ μεθεπομένην νύκτα εἶδε τὸ αὐτό, ἐναργέστερον τοῦ πρώτου, καὶ τὴν Θεοτόκον αὐστηρότερον ἐπιτάσσουσαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν προειρημένων, ὑποδεικνύουσαν συνάμα πάντας τοὺς ἀγροὺς ἐκείνους μὲ τὰ ὀροθέσια αὐτῶν, οἵτινες ἀνῆκον εἰς τὴν πάλαι Μονήν.
Ὅθεν πεισθεῖς πλέον ὁ Λάμπρος κατῆλθεν εἰς Σαλαμῖνα καὶ ἀνασκάψας ἐν τῇ ὑποδειχθείσῃ θέσει εὗρεν ἀληθῶς τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.— Ἐκ τούτου δὲ ἐκλήθη Φανερωμένη ἡ Νεοφανεῖσα, ὅτι δηλαδὴ ἐφανερώθη εἰς τὸν Λάμπρον. Ἑορτάζεται δὲ οὐχὶ τὴν 15 Αὐγούστου, ἀλλὰ τὴν 23 αὐτοῦ, «τά ’νιάμερα τῆς Παναγίας ».
Γνωστῆς γενομένης τῆς εὑρέσεως τῆς εἰκόνας, πλῆθος πολὺ συνέρρεε πολλαχόθεν διὰ τὰ καθεκάστην ἐπιτελούμενα θαύματα τὴ προσκυνήσει αὐτῆς. Ὁ Λάμπρος ἐγκαταλείψας πάραυτα τὰ ἐγκόσμια τήν τε γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ ἠσπάσθη τὸ μοναχικὸν σχῆμα μετονομασθεῖς Λαυρέντιος καὶ εἰς μόνην τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐξ ὀπτασίας κελεύσματος ἀφιερωθεῖς ὠκοδόμησε τὸν μεγαλοπρεπῆ ναόν, ἔκτισε τὰ κελία καὶ ἀπεκατέστησε τὸ Μοναστήριον τὴ συνδρομὴ εὐσεβῶν Χριστιανῶν, ὡς νῦν ἔτι ὑπάρχει. Ταῦτα ἐν συνόψει τα ἐν σιγιλλίοις.
Ἡ δὲ παράδοσις λέγει σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τάδε· ἐκ Κόρινθου τὸ πρῶτον κατελθὼν ὁ Λάμπρος εἰς τὴν μεγαρικὴν παραλίαν, καὶ μὴ εὑρίσκων, ἕνεκα μεγάλης τρικυμίας πλοιάριον ὅπως μεταβῇ εἰς Σαλαμῖνα πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς εἰκόνος, ἵστατο ἐπὶ πολὺ ἐκεῖ ἐν ἀμηχανίᾳ, ἂλλ’ αἴφνης ἤκουσεν ἐξ ὕψους φωνῆς λεγούσης αὐτῷ τάδε: «ρῖψε τὸ ἐπανωφόρι σου (γιουρτὶ) εἰς τὴν θάλασσαν καὶ κάθισον ἔπ’ αὐτοῦ καὶ θέλεις διαπλεύσει ἀσφαλῶς τὸν πορθμὸν δι’ αὐτοῦ». Ὁ Λάμπρος ποιήσας ἄνευ δισταγμοῦ τὸ τοιοῦτον μετέβη εἰς Σαλαμῖνα ἀβλαβῶς χρώμενος ἀντὶ λέμβου τῷ ἐπανωφορίῳ αὐτοῦ.
Σὺν τούτοις ἀναφέρομεν καὶ τὸ ἑξῆς· Ἀφ’ ᾖς ὁ Πατὴρ οὗτος ἐκήρυξεν ὅτι δι’ ὀπτασίας ἐγένοντο αὐτῷ γνωστὰ τὰ ἀνήκοντα τὴ πάλαι Μονὴ κτήματα, ἀπήτησε καὶ τὰ ἔλαβεν ἅπαντα, πλήν της Γλυφάδας, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν σπουδαιότερον τῆς Μονῆς ἀγρόν, ἔνθα τανὺν ὑπάρχει ὁ μεγαλείτερος ἐλαιῶν αὐτῆς. Κατείχετο δὲ τότε ε ἀγρὸς οὗτος ὑπὸ πανισχύρου Ὀθωμανοῦ ἄρχοντος, ὅστις οὔτε νὰ ἀκούση τί περὶ ἀποδόσεως ἔστεργεν, ὅθεν μάτην ὁ Λαυρέντιος μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν ζητῶν διὰ τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἄλλων ἰσχυρῶν προσώπων τὸν ρηθέντα ἀγρόν, ὁ κάτοχος αὐτοῦ διέμενεν ἀδυσώπητος. Μετὰ χρόνου δὲ πολλοῦ παρέλευσιν ἡ τοῦ Ὀθωμανοῦ σύζυγος ἠσθένησε βαρέως, αἱ δὲ προσπάθειαι τῶν ἰατρῶν οὐδὲν ἴσχυον πρὸς θεραπείαν αὐτῆς, συνέβη δὲ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις νὰ διατρίβη καὶ ὁ Λαυρέντιος ἐν Ἀθήναις, ἔνθα διέτρεχεν ἀνὰ τὴν πόλιν φήμη μεγάλη ὅτι οὗτος διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Θείου θεραπεύει πολλοὺς τῶν ἀσθενούντων· τοῦτο μαθοῦσα καὶ ἡ τοῦ Ὀθωμανοῦ ἄρχοντος γυνὴ παρεκάλει τὸν σύζυγον αὐτῆς, ὅπως ἐπιτρέψη τῷ καλογήρῳ ἐλθόντι νὰ δεηθῇ καὶ ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλ’ ὁ Ὀθωμανὸς ἄρχων ἐφρύαξεν ἀκούσας τῆς συζύγου του αἰτουμένης τοιαῦτα, ὥστε ἀγρίως ἐπέπληξεν αὐτὴν ἐν τούτοις τῆς νόσου δεινουμένης, ὁ ὀθωμανὸς ἐνέδωκεν ἐν τελεῖ, καὶ μεταπεμψάμενος ἐπέτρεψε τῷ καλογήρῳ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν ἀσθενοῦσαν καὶ δεηθῇ ὑπὲρ αὐτῆς. Ὁ Λαυρέντιος ἐλθὼν ἐπὶ τῆς κλίνης τῆς πασχούσης ὕψωσε τὴν ράβδον αὐτοῦ, καὶ τρὶς τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ποιήσας ἐπ’ αὐτῆς, ἀπήγγειλε τὴν προσήκουσαν εὐχήν, καὶ εἶτα ἀπῆλθεν εἰς τὰ ἴδια. Τὴν ἑπομένην δ’ ἀμέσως ἠκούσθη ὅτι ἡ ἀσθενὴς ἀνέλαβε, τὴν μεθεπομένην καὶ καθ’ ἑξῆς ὅτι ἐθεραπεύθη καὶ ἰάθη ἐντελῶς. Τότε ὁ Ὀθωμανὸς ἄρχων καλέσας τον Λαυρέντιον ἐζήτησε συγγνώμην καὶ εἶτα μετὰ σεβασμοῦ παρεχώρησεν ἐγγράφως εἰς τὴν Μονὴν τὸν ἀγρὸν ἐκεῖνον, ὀν κατεῖχε καὶ ἠρνεῖτο νὰ ἀφήση. Τοιαυτὰ εἶσι καὶ τὰ ἐκ παραδόσεως.
Ἡ ρηθεῖσα ράβδος του Λαυρέντιου ἐδόθη σὺν ἄλλοις τῷ κ. Λαμπάκη παρὰ τοῦ πρώην ἡγουμένου Μισαὴλ Ζαχαρίου 1.
(1.Σ. Ἔκδ. Ἤδη εὑρίσκεται ἐν τῷ Μουσείω τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.)
Καίτοι ὁ Λαυρέντιος δὲν συγκαταριθμεῖται εἰς τὴν χορείαν τῶν ἑορταζομένων ἁγίων, οὔχ ἧττον οἱ κατὰ καιροὺς Μητροπολῖται Ἀθηνῶν γινώσκοντες τὰ κατ’ αὐτὸν ἐπέταξαν τοῖς μοναχοῖς τῆς ἀνοικοδομηθείσης Μονῆς (Φανερωμένης) νὰ ἑορτάζωσιν αὐτόν, συνετάχθη δὲ ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐκτενὴς Ἀκολουθία. Τελεῖται δὲ ἡ μνήμη αὐτοῦ τὴν 7 Μαρτίου, ὅτε πλῆθος πολὺ ἐκ τῶν πέριξ, καὶ δὴ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, προσέρχεται εἰς τὴν Μονήν, ἔνθα ὁ τάφος αὐτοῦ καὶ ἡ κάρα ἐν ἀργυρῷ κιβωτίῳ ὑπάρχει.
Οὕτω παραληφθέντων ἁπάντων των κτημάττων τῆς Μονῆς, τοῦ ναοῦ δὲ καὶ τῶν κελλίων ἐν τάξει μεθ’ ὅλων τῶν ἐν αὐτοῖς ἀπαιτουμένων οἰκοδομηθέντων, τὸ Μοναστήριον τῆς ἐν Σαλαμῖνι Μονῆς τῆς Νεοφανείσης κατέστη περιώνυμον, τὸ μὲν διὰ τὴν ὡραίαν καὶ ἀσφαλῆ ἐν ἡμέραις τοῦ κινδύνου τοποθεσίαν αὐτοῦ, τὸ δὲ διά την εἰς τοὺς μετ’ εὐλαβείας προστρέχοντας ἀσθενεῖς ἐπιδαψιλευομένην ἀεννάως θαυμασίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν.
Τελευτήσαντος, ὡς εἴρηται, τοῦ γέροντος Ἀνανίου, ὁ τῆς Μονῆς ἡγούμενος Ἀβέρκιος Κουμάντος ἀναμνησθεῖς τί περὶ τῶν ὀστῶν τοῦ Ι . Γκούρα εἶπεν ὁ ἀποβιώσας, διέταξεν ἀνασκαφὴν ἔνθα εὗρεν αὐτὰ ἐν τῇ ὑποδειχθείσῃ θέσει ἐντὸς σεσηπότος κιβωτίου, οὗτινος μόνον αἱ σιδηραὶ λαβαὶ καὶ οἱ συγκρατοῦντες αὐτὸ ἧλοι ἐσώζοντο.
Ἐκ τούτων λαβόντες ἀφορμὴν ἐξέθεμεν τὰ ὀλίγα ταῦτα.
Ἐν Φανερωμένῃ τὴν 10 Νοεμβρίου 1889.
Ν. Γ. ΦΩΤΑΚΗΣ
*Από το βιβλίο έτους 1890 με τίτλο:
Μνημεία της ιστορίας των Αθηναίων δημοσιευόμενα περιοδικώς
υπό του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου
{Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ή Καμπούρογλους (14 Οκτωβρίου 1852 – 21 Φεβρουαρίου 1942) ήταν Έλληνας ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, δικηγόρος, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.}
