Ο σημερινὸς κόσμος. Τὸ μέγα φρενοκομείο

 

Φώτης Κόντογλου (1896 - 1965)

Έλληνας αγιογράφος, ζωγράφος και συγγραφέας 


Ὁ σημερινὸς κόσμος. Τὸ μέγα φρενοκομεῖο  

Νὰ δοῦμε ἀκόμα ποὺ θὰ φτάξουμε! 

Δὲν ἀφήσαμε βρωμιά, δὲν ἀφήσαμε σιχαμένη πράξη, ποὺ νὰ μὴν τὴν κάνουμε, δὲν ἀφήσαμε πονηρὸ διαλογισμὸ ποὺ νὰ μὴν τὸν ποῦμε ἢ νὰ μὴν τὸν γράψουμε μὲ τὴ μεγαλύτερη ἀδιαντροπιά. Ξεχαλινωθήκαμε πιὰ ὁλότελα. Γινήκαμε ἕνα τρελλὸ κοπάδι, ποὺ μᾶς σαλαγὰ ὁ διάβολος μὲ μιὰ βουκέντρα, κι ἐμεῖς τρέχουμε λαχανιασμένοι. Ἡ ἐλευθερία ποὺ δώσαμε στὸν ἑαυτό μας, μὲ τὴ διαστρεμμένη γνώμη μας, γίνηκε τυραννία καὶ μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει. Μεταμορφώθηκε σὲ μιὰ μάγισσα Κίρκη, καὶ μᾶς μεταμόρφωσε κι ἐμᾶς σὲ χοίρους, καὶ γρούζουμε εὐτυχισμένοι, τσαλαβουτῶντας μέσα στὶς κοπριὲς καὶ στὶς σάπιες ἀκαθαρσίες. Καταντήσαμε ἀκόμα νὰ τρῶμε τὶς δικές μας τὶς ἀκαθαρσίες καὶ τὰ ἐμπυασμένα κρέατά μας. Ποτὲ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶχε φτάξει οὔτε στὴ μισὴ ἀναισθησία καὶ σιχαμένη παραμόρφωση, ἀπ’ ὅσο ἔφταξε σήμερα. 

Καὶ μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴν πράξη καλλιεργοῦμε αὐτὸ τὸ καταραμένο χωράφι ποὺ ἀνοίξαμε μέσα μας καὶ ποὺ φυτρώνει βρωμόχορτα καὶ βρωμομανιτάρια. Μὴ νομίσει κανένας πὼς μὲ τὰ λόγια δὲν ἔρχεται ἡ διαστροφὴ τῆς ψυχῆς! Ἴσια – ἴσια, μὲ τὰ λόγια βρωμίζεται κανένας περισσότερο ἀπ’ ὅσο βρωμίζεται κι ἀπὸ τὴν ἴδια τή βρώμικη πράξη. Οἱ μανᾶδες μας κάνανε τὰ συζυγικὰ χρέη τους, ἀκολουθῶντας μὲ φυσικὸν τρόπο τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, γιὰ νὰ γεννηθοῦν κι ἄλλοι, καινούριοι ἄνθρωποι. Ὡστόσο, ποτὲ δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τους ἄπρεπος λόγος, λόγος ἀδιάντροπος. Καὶ δὲν γινότανε αὐτὸ ἀπὸ ὑποκρισία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς φρονιμάδας καὶ τῆς σεμνότητας. Ἡ μητέρα τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου καὶ τῶν ἁγίων, ποὺ ἤτανε ἁγιασμένες ἀπὸ τὴν κούνια, πῶς ἤτανε δυνατὸ νὰ ξεστομίσουνε ποτὲ αἰσχρολογίες; Αὐτὴ εἶναι, ὦ σημερινοὶ ἀδιάντροποι κι ἀδιάντροπες, ἡ ἐμορφιὰ κι ἡ ὑψηλὴ μεγαλοπρέπεια τῆς ψυχῆς, ποὺ τὴ χάσατε, ἀλλοίμονο! καὶ γινήκατε σὰν καὶ κεῖνα τὰ ἀναίσθητα σκυλιὰ ποὺ γλείφουνε τὸν πισινό τους μπροστὰ στὸν κόσμο.

Λοιπόν, ἐπὶ τόσες χιλιάδες χρόνια δὲν μπορέσανε οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζήσανε πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, νὰ ἀνακαλύψουνε αὐτὰ τὰ σπουδαῖα μυστικὰ ποὺ ἀνακαλύψατε ἐσεῖς, δηλαδὴ νὰ μὴν ντρέπεσαι νὰ λὲς αἰσχρολογίες, μάλιστα νὰ τὸ κάνεις σκοπὸ τῆς ζωῆς σου, καὶ νὰ ἐπιδείχνεις, φανερὰ καὶ χωρὶς ντροπή, κάποια πράγματα ποὺ ὁ ἄνθρωπος τὰ εἶχε σφραγισμένα μὲ μιὰ μυστικὴ σφραγῖδα, ὁποὺ ἔγραφε ἀπάνω πὼς «ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι κτῆνος». 

Τὸ νὰ γυρίσει ὁ ἄνθρωπος στὸ κτῆνος, εἶναι τὸ πιὸ εὔκολο πρᾶγμα. Κατρακυλᾶ γλήγορα σ’ αὐτό, ἐπειδὴ κατὰ κεῖ εἶναι ὁ κατήφορος, καὶ κατὰ δῶ ὁ ἀνήφορος. Ὁ ἄνθρωπος ἀνηφόρισε ἐπὶ χιλιάδες χρόνια γιὰ ν’ ἀνέβει ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται, μὲ ἀγῶνα, μὲ βάσανα, μὲ ἱδρῶτες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς κάθε τόσο κατρακυλοῦσε κατὰ πίσω, κατὰ τὸ ζῶο, ἀλλὰ τὸ κατρακύλισμά του ἤτανε προσωρινὸ καὶ περιορισμένο, καὶ γι’ αὐτὸ τὸ κατρακύλισμα ἔλεγεν ὁ Δαυίδ: «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκεν. Κατελογίσθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀλόγοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». Σήμερα ὅμως τὸ κατρακύλισμα εἶναι θανατερό, γιατί δὲν κατρακυλίσαμε κατὰ τὸν βοῦρκο ἐπειδὴ γλιστρήσαμε, κρατῶντας τὸ πρόσωπο γυρισμένο πρὸς τ’ ἀπάνω, ἀλλὰ πήραμε θεληματικά μας τὸν κατήφορο, καὶ τρέχουμε σὰν τρελλοί, γιὰ νὰ προφτάξουμε νὰ βουλιάξουμε μέσα στὸν βόθρο.

Ἡ ἁμαρτία πάντα τραβοῦσε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλά, λίγο ὡς πολύ, ἀντιστεκότανε ὁ ἄνθρωπος στὰ πονηρὰ χάδια της, γιατί ὁ ἀπομέσα ἄνθρωπος δὲν ἔστρεγε στὴν ἁμαρτία, ποὺ ἀφήνει πάντα ἕνα πικρὸ κατακάθι στὸ ποτήρι ποὺ κερνιέται. Τώρα ὅμως ἡ ἀνθρωπότητα ἔπαθε πώρωση καὶ δὲν καταλαβαίνει τί κάνει. Χοντροπέτσιασε, σὰν τὸν λεπρὸ ποὺ τὸ πετσί του εἶναι πεθαμένο, καὶ δὲν νοιώθει πιὰ τίποτα. 

Ἀφορμὴ γιὰ τέτοιες σκέψεις δίνεται σὲ ὅποιον ἔχει ἀκόμα μέσα του κάποια ἀνθρωπιά, κάθε μέρα. Τί λέγω; Κάθε ὥρα, κάθε στιγμή, βλέποντας, ἀκούγοντας καὶ διαβάζοντας χίλιες δυὸ φριχτὲς ἀσκήμιες ποὺ γίνουνται στὸν κόσμο, προπάντων στὰ λεγόμενα «ἐξευγενισμένα ἔθνη», καὶ ποὺ διαφημίζουνται σὰν νὰ εἶναι κάποια κατορθώματα πιὸ μεγάλα ἀπὸ ὅσα ἔκανε ὁ Μεγαλέξαντρος, ὁ Κολόμπος ἢ κανένας ἄλλος στὰ περασμένα, ἡ κάποια ἔργα πιὸ σπουδαία ἀπὸ τοῦ Φειδία, τοῦ Πραξιτέλη, τοῦ Ἀνθεμίου, καὶ τῶν ἄλλων ποὺ σταθήκανε φημισμένοι τεχνῖτες.

Σήμερα μοῦ ἔστειλε κάποιος μιὰ ἐφημερίδα γιὰ νὰ διαβάσω: «Τὸ χορόδραμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος μέσα σὲ μιὰ ἐκκλησία τοῦ Λονδίνου». Μ’ ὅλο ποὺ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀκούσω στὸν καιρό μας καὶ τὶς πιὸ ξωφρενικὲς ἀτιμίες καὶ ἀνοησίες νὰ γίνουνται στ’ ὄνομα τῆς «Τέχνης», ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἀνατρίχιασα ἀπὸ τὸ καινούριο φροῦτο «τῆς πολιτισμένης καὶ ἐλεύθερης ἐποχῆς μας», δηλαδὴ τοῦ «Παγκόσμιου Φρενοκομείου». «Ἡ παράσταση, γράφει ἡ ἐφημερίδα, ἐδόθη στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Φιλίππου στὸ Λονδῖνο καὶ ἐσημείωσε ἐπιτυχία». Μποροῦν οἱ βρωμόμυγες νὰ μὴν τρέξουν στὸ ψοφήμι; Πῶς νὰ μὴ σημειώσει ἐπιτυχία τὸ χορόδραμα, ἀφοῦ εἴμαστε ὅλοι ἄρρωστοι, ὑστερικοί, δηλητηριασμένοι ἀπὸ τὸ φαρμάκι ποὺ μᾶς ποτίζουνε λίγο – λίγο ἀπὸ πολλὰ χρόνια; Πρῶτα – πρῶτα ἔχουμε μεγάλη μανία σήμερα γιὰ τὰ θεάματα, ὅπως τὸν καιρὸ τῶν Ρωμαίων, ποὺ φώναζε ὁ ὄχλος: «θέλουμε ψωμὶ καὶ θεάματα!». «Panem et circenses!». Αὐτὴ ἡ μανία ὁλοένα, καὶ μεγαλώνει, κι ἔχουμε καταντήσει πλάσματα ὑστερικά, παλαβά, ποὺ σκοτωνόμαστε γιὰ νὰ δοῦμε ἕναν «ἀστέρα» τοῦ κινηματογράφου καὶ νὰ πάρουμε ἀπὸ αὐτὸν ἕνα «αὐτόγραφο», δηλαδὴ ἕνα παλιόχαρτο ποὺ θὰ πεταχτεῖ κάποια μέρα στὰ σκουπίδια. 

Παρακάτω γράφει ἡ ἐφημερίδα: «Οἱ Ἄγγλοι κριτικοὶ ἦταν ἐνθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα; Ἐνθουσιάσθηκε κι ἡ γρηά – Κριτική! Ξύλο ποὺ θέλουμε! 

Ἀλλὰ τὸ περισσότερο ξύλο πρέπει νὰ πέσει στὴ ράχη τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Ριχάρδου Ἄγκαρ, ποὺ ἔδωσε τὴν ἄδεια γιὰ τὸ θεάρεστο αὐτὸ ἔργο, καὶ μάλιστα «ἔχει διαρρυθμίσει τὸν χῶρο κατάλληλα γιὰ νὰ δίδωνται παραστάσεις στὴν ἐκκλησία»! Χριστέ μου, πᾶρε πάλι τὸ κουρμπάτσι καὶ κάνε μελανὸν αὐτὸν τὸν ἄξιο ὑπηρέτη σου, ποὺ ρεζίλεψε τὴ θρησκεία σου ὅσο κανένας ἄθεος! Πάντα ἀπὸ τοὺς παπᾶδες χάλασε ἡ θρησκεία, ἀλλὰ τοὐλάχιστον σὲ ἄλλους καιρούς, εἴχανε ἕνα χαλινάρι. Τοῦτος εἶναι ἀδιάντροπος, γιατί εἶναι σημερινὸς μαθητὴς τοῦ διαβόλου, ποὺ σκέπασε μὲ τὰ φτερά του τὴν οἰκουμένη. 

Καὶ εἶδες; Πάλι ἡ «Τέχνη» τὰ σκέπασε: Ὁ ὅσιος πατὴρ Ρίτσαρντ εἶπε ὅτι «τὸ μπαλλέτο εἶναι πολὺ σοβαρὸ καὶ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ πνεῦμα τῆς Τέχνης». Μὲ τὴν τέχνη κρύβουμε τὶς μπομπές μας. Ἡ τέχνη κατάντησε πορνολογία γιὰ παραδολογία. Σὰν τεχνίτης ποὺ εἶμαι, ντρέπουμαι. Τέτοιον παπᾶ ἢ ἐπίσκοπο νάχεις νὰ σὲ διδάχνει, τί ἀνάγκη ἔχεις;

Σήμερα καταγίνουνται ὅλοι μὲ τὸ «σέξ». Μὰ δὲν ὑπάρχει, τέλος πάντων, τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ αὐτὸ τὸ «σέξ», ἀπ’ αὐτὴ τὴ γενετήσια ὁρμή; Οἱ γεροὶ ἄνθρωποι ποὺ ζήσανε σὲ ἄλλα χρόνια, ἐκεῖνοι οἱ δράκοι ποὺ ἤτανε γεμᾶτοι ζωή, δὲν εἴχανε «σέξ», καὶ ἔχουμε ἐμεῖς τα ψοφήμια, καὶ πρῶτες ἀπ’ ὅλους οἱ ξανθόψειρες μὲ τὸ κρύο αἷμα, ποὺ λυσσάξανε στὴ Σουηδία, στὴν Ἀγγλία, καὶ σὲ ὅλα τὰ παγωμένα μέρη τῆς σφαίρας; 

Μ’ ὅλο ποὺ κάνουνε τὸν χαρούμενο οἱ σκλάβοι τῆς ἁμαρτίας, στὸ βάθος εἶναι δυστυχισμένοι. Ζοῦνε στὸν ἴσκιο τοῦ θανάτου, γιατί: «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος». Γιὰ τοῦτο κι αὐτοκτονοῦν. Αἰτία γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ ἀπιστία καὶ τὸ ὅτι λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἕνας ἅγιος λέγει: «Φόβου χρεία τὴ ἀνθρωπίνη φύσει», «Ἡ ἀνθρωπίνη φύση ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ φόβο». Ἅμα λείψει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, κι ἡ συνείδηση βουβαθεῖ, ὁ ἄνθρωπος κατρακυλᾶ στὸ χάος. Μπορεῖ αὐτὸς ὁ λεγόμενος ἐπίσκοπος Ρίτσαρντ νὰ πιστεύει σὲ Θεὸ καὶ νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ κάνει; 

Μά, τέλος πάντων, δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τὸ μασκαραλίκι; Συνεργεῖ σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση κι ἡ ἀνοησία, ἡ ἐπιπολαιότητα, ἡ βλακεία κι ἡ περιωρισμένη ἀντίληψη, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζῆτα νὰ θραφεὶ μὲ σκουπίδια καὶ μὲ κοπριές, κι ἂς φαίνουνται ἀπ’ ἔξω κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνήθικους πὼς εἶναι σπουδαῖοι στὸ μυαλὸ καὶ στὴν ἐπιστήμη. Ὑπάρχει κάποια ἄλλη ἐξυπνάδα μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι σὲ ὅλα σοβαρός. Αὐτοὶ οἱ ἐκφυλισμοὶ λένε πὼς ἔχουνε μέσα τους κάποιο «κενό», καὶ πὼς θέλουνε νὰ τὸ γεμίσουνε. Καὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἔμαθε κι ὅλος ὁ κόσμος, κάποιοι ἀνθρωπάκοι σαρακοστιανοί, κάποια δεσποινάρια, καὶ λένε ὅλοι τους, σὰν παπαγάλοι, πὼς ἔχουνε «κενὸ» μέσα τους, «ἄγχος» καὶ τὰ τέτοια. Τί «κενὸ» ἔχεις, βρέ, ποὺ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τεμπελιὰ κατάντησες ἕνας μποῦφος; Τόσοι καὶ τόσοι σπουδαῖοι ἄνθρωποι, μὲ φαρδειὰ ψυχή, ἄνθρωποι ποὺ λάμψανε ἀπάνω σὲ τούτη τὴ γῆ καὶ τιμήσανε τὸ ἀνθρώπινο γένος, βρήκανε τόσα εὐγενικὰ καὶ μεγάλα πράγματα γιὰ νὰ ξεδιψάσουνε τὴν ἀπομέσα δίψα τους καὶ νὰ χορτάσουνε τὴν ἀπομέσα πεῖνα τους, κι ἐσύ, δὲν βρίσκεις τίποτ’ ἄλλο γιὰ νὰ βάλεις μέσα σου, παρὰ τὴ βρῶμα; 

Κύτταξε τὴν πλάση ποὺ εἶναι γύρω σου, καὶ χόρτασε ἀπὸ ἐμορφιὰ κι ἀπὸ μεγαλεῖο. Καὶ πάλι μέσα σου μπορεῖς νὰ βρεῖς τόσους κρυμμένους θησαυρούς, μὰ δὲν εἶσαι σὲ θέση νὰ καταλάβεις τὸν Χριστὸ ποὺ λέγει: «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σας». Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὑπέρτατη εὐδαιμονία, ποὺ νοιώθει ἡ ψυχή, κι ἀναβρύζει μέσα μας αὐτὸ τὸ δροσερὸ ἀθάνατο νερό. Ἀλλὰ ὁ διάβολος μᾶς τυφλώνει καὶ δὲν βλέπουμε τίποτα ἀπὸ τὰ ὡραῖα τῆς δημιουργίας κι ἀπὸ τοὺς μυστικοὺς θησαυροὺς ποὺ βρίσκουνται μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ μᾶς κάνει χοίρους, ποὺ χώνουνε τὴ μουτσούνα τους στὴ λάσπη καὶ στὶς ἀκαθαρσίες γιὰ νὰ εὐχαριστηθοῦνε. 

Ἡ ἠθικὴ μᾶς φαίνεται πιὰ μιὰ ψευτιά, μιὰ πρόληψη, ἕνα μπόδιο γιὰ «νὰ ἀπολαύσουμε τὴ ζωή». Μὰ ἡ ἠθικὴ εἶναι κείνη ποὺ σηκώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπάνω ἀπὸ τὸ κτῆνος καὶ τὸν ντύνει μὲ μιὰν ἄφθαρτη στολή, κεντημένη μὲ κάθε εὐγένεια, μὲ κάθε ὑψηλὸ καὶ σοβαρὸ αἴσθημα καὶ πλουμισμένη μὲ τὰ ἀθάνατα διαμάντια ποὺ λέγουνται φρονιμάδα, σεμνότητα, γενναιότητα τῆς καρδίας, εὐαισθησία κι εὐγένεια τῆς ψυχῆς καὶ μὲ ὅσα κάνουνε τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ ἕνα σιχαμερὸ καὶ ἐξευτελισμένο ζῶο, ἕνα πλάσμα πολὺ σπουδαῖο καὶ θαυμαστό. Γιὰ τοῦτο λέει ὁ Δαυὶδ στὸν Θεό: «Τί εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸν θυμᾶσαι, τί εἶναι αὐτὸ τὸ πλάσμα καὶ φροντίζεις γι’ αὐτό; Τὸν ἔπλασες λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, τὸν στεφάνωσες μὲ δόξα καὶ μὲ τιμή, καὶ τὸν ἔβαλες ἐξουσιαστὴ ἀπάνω στὰ ἔργα τῶν χεριῶν σου». «Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχὺ τί παρ’ Ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν Σου». 

Φώτης Κόντογλου

(Απόσπασμα από το βιβλίο Μυστικά Ανθη, Εκδόσεις: Αστήρ – Παπαδημητρίου)

Δημοφιλείς αναρτήσεις