Η ΛΑΜΠΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ (Ένα υπέροχο κείμενο του Στράτη Μυριβήλη για τον Κωστή Παλαμά)

 

Η Νέα Εστία είναι ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό που κυκλοφορεί από το έτος 1927

Δείτε: ΈΤΟΥΣ 1940 ΤΟΜΟΣ ΚΗ – ΕΛΙΒΙΠ https://elivip.gr/magazines_archive/tomos-ki/

(Νέα Ἑστία, τεύχος 329, σελίδες 1042-1044)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΝ

Η ΛΑΜΠΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, σὰν χτὲς ἦταν αὐτό, μέσα στὴν καρδιὰ τούτης τῆς πολιτείας στέκονταν ἕνα σπίτι χωρὶς θόρυβους, ὅπως στέκεται μιὰν ἐκκλησιά. Τοῦ Παλαμᾶ τὸ σπίτι ἦταν. Ἐκεῖ στὴν ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ Ἀσκληπιοῦ. 

Μόλις τὸ ἀττικὸ μούχρωμα τυλιγόταν γύρω στὸ οὐρανόζωστο κεῖνο κυπαρίσσι, ποὺ ἀργοσαλεύει ἐκεῖ ψηλά, πίσω ἀπὸ τὶς γρίλλιες ἑνὸς στενοῦ παραθυριοῦ ἄναβε ἕνα κοκκινωπὸ φωσάκι. Εἴμασταν τότε πολὺ νέοι, ζούσαμε στὴ Νεάπολι στὰ σοβαντισμένα φοιτητικὰ δωμάτια. Περνούσαμε τὰ χρόνια μὲ τὴ γλωσσικὴ ἐπανάσταση, μπλέκοντας ρομαντικοὺς ἔρωτες μὲ τὴν κόρη τῆς νοικοκυρᾶς καὶ ξερομασσῶντας κουλούρια καὶ στίχους γύρω στὸ πανεπιστήμιο. Περνούσαμε λοιπὸν καὶ τὴν ὁδὸ Ἀσκληπιοῦ, δείχναμε πάνου κατὰ τὸ ψηλὸ παραθυράκι, μὲ εὐλάβεια, καὶ ξέραμε πὼς τούτη τὴν ὥρα ποὺ κατακαθίζει τὸ βραδάκι πάνου στὶς στέγες καὶ πάνου στὰ κιονόκρανα τῆς Ἀθήνας, ἐκεῖ μέσα εἶναι ἀναμένη ἡ λάμπα τοῦ Παλαμᾶ.Αναμένη μπροστὰ στὴν πνευματικὴ μορφὴ τῆς Ἀθήνας, ὅπως ἕνα καντήλι μπροστὰ στὸ ἥμερο κόνισμα τῆς Παναγίας. Ἦταν ἕνα φωσάκι ποὺ ἔκαιγε ἥσυχα μέσα στὴ νυχτωμένη καὶ ξάστερη πολιτεία. Μᾶς παρηγοροῦσε κι ἦταν ἡ ἄγρυπνη καρδιὰ τῆς Ἀθήνας ποὺ χτυποῦσε ἐκεῖ πάνου. 

Ὅσοι πέρασαν ἀπὸ κεῖνο τὸ σπίτι, δὲν γίνεται νὰ ξεχάσουν τὸ γραφεῖο τοῦ ποιητῆ, ταργαστήρι τοῦ Γύφτου. 

«Τὸ κελλί μου», ἔτσι τόλεγε ὁ μεγάλος κοσμοκαλόγερος τῆς ἀσάλευτης ζωῆς, ποὺ διάβαινε ἐμπνευσμένος, δοξασμένος καὶ ἀπόμερος, μέσα στὴν πολιτεία καὶ στὴ μοναξιά του. Ἕνα μέτριο, παλιὸ δωμάτιο, ποὺ τὰ σανίδια του εἶχαν πάρει τὸ χρῶμα τοῦ βιολιοῦ. Ξεχείλιζε ἀπὸ τὰ βιβλία καὶ χαρτιά. Βγαίναν ἀπὸ παντοῦ καὶ κατακυρίευαν τὸ στενάχωρο καμαράκι. Ξεχύνονταν ἀπὸ τὰ ράφια, στοιβάζουνταν ὡς τὸ ταβάνι, πρόβελναν ἀπὸ τὰ συρτάρια, σκάλωναν στὰ τραπεζάκια, στριμόχνονταν στὰ κουφώματα τῶν κλειστῶν παραθυριῶν. Καὶ πάνου στὸ γραφεῖο ἦταν πάλι ἄλλα βιβλία κι ἄλλα περιοδικά, σωρὸς καὶ πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χαρτιὰ ἔβγαινε ὁ Παλαμᾶς νὰ μᾶς δεχτῇ, ὅπως ἕνας πολεμιστὴς βγαίνει πίσω ἀπ΄ τὸ μετερίζι ποὺ κάθεται καὶ φυλάει ταμπουρωμένος. 

Ἦταν πάντα τοῦ ὁ τύπος τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι ὅπως τὸν φαντάζεται ἕνας νέος. Λεπτοκαμωμένος, λιγνός, μὲ φίνα χαρακτηριστικά, μὲ ἀνήσυχα χέρια πολὺ χλωμά, δουλεμένα θαρρεῖς στὸ μαστιχοκέρι. Μὰ μέσα σὲ ὅλα καὶ πάνου ἀπ΄ ὅλα κεῖνα τὰ μοναδικὰ μάτια, τοῦ Παλαμᾶ τὰ μάτια. Φώλιαζαν κάτου ἀπὸ φρύδια μεγάλα σὰ φτεροῦγες. Ἀπὸ κεῖ ἀπὸ κάτου σὲ κοίταζαν μαῦρα, φεγγερὰ ἀπὸ στόχαση καὶ τρυφερὴ ἐγκαρδιότητα.

Περνοῦσαν τὰ χρόνια, τὰ παιδιὰ γινόμασταν ἄνδρες, οἱ συντροφιές μας οἱ φοιτητικὲς σκόρπιζαν, οἱ πόλεμοι κι ἡ βιοπάλη μας ἔπαιρναν, μᾶς ἔφερναν σήμερα ΄δῶ αὔριο ΄κεῖ. Ὅμως ποτὲ δὲ λείψαμε νὰ περνᾶμε τρεῖς τέσσερις φορὲς τὸ χρόνο ἀπὸ τὸ κελλί, νὰ φυλήσουμε τὸ χέρι τοῦ ποιητῆ καὶ πνευματικοῦ ἐθνάρχη. Τοῦ Παλαμᾶ τὸ χέρι τὸ κερένιο, τὸ ἀγαπημένο καὶ δειλό, αὐτὸ ποὺ σφυροκοποῦσε μέρα καὶ νύχτα σπαθιὰ κι ἀλέτρια γιὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἰδανικὰ γιὰ μᾶς τοὺς νέους, ποὺ ὁρμούσαμε νὰ δώσουμε τὴ μιλιά του καὶ τὴ λευτεριά του στὸ γένος. 

Σ΄ αὐτὸ τὸ ἀναμεταξὺ τὰ κορακόφτερα φρύδια ἄσπριζαν σιγά-σιγά μέσα στὸ μισόφωτο, καὶ στὸ τέλος βρήκαμε τὰ μαῦρα μάτια τοῦ Παλαμᾶ νὰ φωλιάζουν κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες τῶν φρυδιῶν του σὰν κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες ἄσπρων περιστεριῶν. Ὅμως τὰ μάτια ἐκεῖνα ἦταν πάντα γεμᾶτα ἀπὸ ἀγάπη καὶ μεγάλα ὄνειρα. Καὶ τώρα ποὺ ἄρχιζαν τὰ πρῶτα χιόνια νὰ ψιχαλίζουν στὰ δικά μας μαλλιά, ὁ Παλαμᾶς μας δεχότανε στὸ κελλὶ τοῦ μὲ τὴν ἴδιαν ἀγάπη, καὶ μᾶς ἔδινε, πάντα μὲ τὴν ἴδια ντροπαλοσύνη τὸ χέρι ν΄ ἀκουμπήσουμε πάνω του τὴ λατρεία μας, καὶ πάντα σηκωνότανε πίσω ἀπ΄ τὸ γραφεῖο του ἔτσι λεπτός, μικροκαμωμένος καὶ διάφανος. Ἤτανε μιὰ λαμπάδα ἀπὸ ἁγνὸ μελισσοκέρι ποὺ ἔλιωνε σιγά-σιγά καὶ κατελιώταν ἀπὸ τὴν ἄσβεστη φωτιὰ τῆς ποίησης. Αὐτὴ ἡ φλόγα ἔκαιγε ἀδιάκοπα μέσα στὰ μάτια του, κάτω ἀπὸ τὴ στάχτη τῶν φρυδιῶν. Ἔλαμπε καὶ ξαφνικὰ ἀποτραβιόνταν, ὅπως κάνει τὸ ἀπόφεγγο ἀπὸ τὸ πυροφάνι μέσα στὰ σκοτεινὰ νερά.

Μέσα σὲ κεῖνο τὸ κελλὶ γράφτηκε ὅλο τὸ ἔργο τοῦ ποιητῆ, σαράντα χρόνια ἀράδα, χρόνο στὸ χρόνο, μῆνα στὸ μῆνα, μέρα στὴ μέρα. Ἔξω ἀπὸ τοῦ Ξενόπουλου τὸ κελλὶ δὲν ξέρω ἄλλο πνευματικὸ ἀργαστήρι στὴν Ἀθήνα, τόσο ἁγιασμένο ἀπὸ τὴν ἀκοίμητη δουλειὰ ἑνὸς συγγραφέα. Καὶ πάνω σ΄ αὐτὸ τὸ πελώριο ἔργο, ἔφεγγε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια κείνη ἡ λάμπα, τῆς Ἀθήνας τ΄ ἁγιοκάντηλο. 

Ἤτανε μιὰ φτωχικὴ λάμπα τοῦ πετρελαίου κι εἶδε, ἕνα – ἕνα, ὅλους τοὺς παλαμικοὺς στίχους νὰ γεννιοῦνται μέσα στὸν φτερωτὸ περίγυρό της.

Δὲν τὸ σώσαμε νὰ γλιτώσουμε κεῖνο τὸ σπίτι, κεῖνο τὸ κελλί, κεῖνο τα΄ ἀργαστήρι, κεῖνο τὸ γραφεῖο, ἴσως οὔτε κείνη τὴ λάμπα. Νὰ τὰ σώσουμε καὶ νὰ τὰ κρατήσουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν παντοτινή, μαζὶ μὲ τὴν καρέκλα τοῦ Παλαμᾶ, μαζὶ μὲ τὸ καλαμάρι του καὶ μὲ τὰ μπουκωμένα ράφια του. Ὅμως ἕνα ἔθνος ποὺ ὅλη ἡ ἱστορία του, ἡ ζωή του ὅλη κι ἡ δόξα του στάθηκαν μόνο καὶ μοναχὰ πνευματικὴ ὑπόθεση, πρέπει νὰ καταλαβαίνει καὶ νὰ σώζει τ΄ ἀκριβά του καὶ τὰ κειμήλιά του, θέλεις πρόσωπα εἶναι, θέλεις πράγματα ἄψυχα ὅσο εἶναι καιρός. 

Τὴν πρώτη φορὰ ποὺ πῆγα νὰ δῶ τὸν Παλαμᾶ στὸ καινούργιο σπίτι ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ κουβαλήσει, ἐκεῖ στὴν Πλάκα, τονε βρῆκα μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ἄγνωστο καὶ ἀλλότριο. Ὅλα γύρω του ἤτανε γυαλιστερά, ἀνάπνεαν τὸν ἀέρα τοῦ μοντέρνου, τοῦ καινούργιου καὶ τοῦ περίκομψου. Τίποτα δὲν ἀπόμεινε ἀπὸ τὸ κελλί, οὔτε ἡ λάμπα τοῦ πετρελαίου. Πάνω στὸ νέο γραφεῖο ἄναβε μιὰ ἠλεχτρικὴ λάμπα μὲ γλυκόχρωμο ἀμπαζούρ. Ὅλα αὐτὰ ἦταν ὡραῖα, μορφοσιγυρισμένα καὶ ἄνετα. Ὅμως δὲ βάσταξα μὰ μὴν τοῦ πῶ τὴ λύπη μου, ποὺ δὲν ἔβλεπα κείνη τὴν ἀγαπημένη λάμπα, ποὺ φώτισε τὴν Ἑλλάδα ὁλάκερη καὶ φαινόταν ἡ φέξη της κι ἀπ΄ τὴν Ἀμερικὴ κι ἀπ΄ τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου. 

Ἴσως νὰ πικραινόμουνα καὶ μὲ κεῖνα τὰ σγουρὰ φοιτητικὰ κεφάλια πούβλεπα μὲ τὴ φαντασία μου κάτω ἀπὸ τὴν κοκκινωπὴ φέξη της. Ὁ Παλαμᾶς κατάλαβε τὸ παράπονό μου. 

Τὰ μάτια του μὲ κοίταξαν στοργικὰ κάτω ἀπὸ τὶς χιονισμένες τους φτεροῦγες. Κατόπι χωρὶς νὰ μοῦ ἀπαντήση, μοῦ λέει. 

Θυμοῦμαι λοιπὸν τὴν πρώτη μας λάμπα στὸ σπίτι. Τὴν πρώτη λάμπα τῆς ζωῆς μου! Σπουδαῖο γεγονὸς καὶ σταθμός. Εἴμασταν παιδιά, τὴν ἔφερε λοιπὸν ὁ πατέρας, καὶ μονάχος του τὴ γιόμισε, μονάχος του τὴν ἄναψε, μονάχος τοῦ ἔβαλε τὸ λαμπογυάλι κι ἀνέβασε το φῶς στὴ φυτιλήθρα. Βλέπεις, αὐτὸς μονάχα ἤξερε τὸ μηχανισμό της. Σὰν ἄναψε κι ἔφεξε μᾶς κύτταξε ἕνα γύρω θριαμβευτικὰ καὶ χαμογέλασε μὲ ἱκανοποίηση, ποὺ ὅλοι μας κάναμε «ἀαα!». Εἴχανε μαζευτεῖ στὸ σπίτι καὶ γειτόνοι καὶ συγγενεῖς νὰ δοῦνε τὸ θάμα. Σβήσαμε λοιπὸν τοὺς λύχνους καὶ βλέπαμε τὰ πρόσωπα, ἐκστατικὰ μέσα στὸ φῶς της.. Ἀκόμα θυμᾶμαι πόσο ἄσπρο καὶ πόσο ἄφθονο μοῦ φάνηκε το φῶς τῆς πρώτης μας λάμπας! 

Καὶ γὼ κύτταζα τ΄ ὡραῖο μπρούτζινο πολύφωτο στὸ ταβάνι, κύτταζα καὶ τὴν κομψὴ λάμπα τοῦ γραφείου του, κύτταζα καὶ τὸ χέρι τοῦ ποιητῆ, τὸ σεβαστὸ κι ἅγιο χέρι τοῦ Γύφτου, ποὺ ἦταν ἄρρωστο πιά, καὶ σερότανε στὸ γόνατό του σὰν τσακισμένη φτερούγα ἀητοῦ, ποὺ κρέμασε. Αὐτὸ τὸ χέρι λοιπὸν δὲν μποροῦσε πιὰ ν΄ ἀραδιάσει τοὺς στίχους του κάτω ἀπὸ τόσο φῶς... 

«Σβυσμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μὲς στὴ χώρα!». 

ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

Στράτης Μυριβήλης (1892-1969), Έλληνας συγγραφέας 

Δημοφιλείς αναρτήσεις