Απάνω σε μιαν έρημη ακροθαλασσιά…Γιατί εδώ βρίσκω την ειρήνη, την πολυπόθητη ειρήνη...
Κάποιοι, κάποτε στη θαλάσσια περιοχή της νήσου Σαλαμίνας (Εκ του αρχείου της Πηνελόπης Τούτση)
Ἀπάνω σὲ μιὰν ἔρημη ἀκροθαλασσιά...Γιατί ἐδῶ βρίσκω τὴν εἰρήνη, τὴν πολυπόθητη εἰρήνη...
Νὰ ποιός εἶναι ὁ παράδεισος ὅπου ἦρθα...
Φώτης Κόντογλου:
Κ’ ἐγὼ δὲν κατάλαβα πῶς βρέθηκα μακρυὰ ἀπὸ τὴ ζάλη τῆς πολιτείας. Ἔβγαλα ἕνα «ἄχ!» ἀπὸ τὸ στῆθος μου, σὰν τὸν ἄνθρωπο ποῦ ξανάρχεται στὴ ζωὴ ὕστερ’ ἀπὸ λιποθυμιά.
Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, κ’ ἔνοιωσα τὸν ἑαυτό μου πολὺ εὐτυχισμένον, ἥσυχον καὶ βλογημένον, ὅπως ἤμουνα ἄλλη φορά, πρὶν πέσω στὰ δόντια αὐτηνὴς τῆς λυσσασμένης Σκύλλας, τῆς πολιτείας. Ἐδῶ, σ’ αὐτὸν τὸν ξερότοπο ποῦ ἦρθα, ποῦ δὲν ἔχεις τίποτα ἀπ’ ὅσα φχαριστοῦνε τοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους, καταλαβαίνω πῶς εἶμαι λεύτερος, ὕστερ’ ἀπὸ τὴ σκλαβιά, ὕστερ’ ἀπὸ τὶς χίλιες σκλαβιές, γιὰ νὰ μιλήσω καλύτερα, ποῦ σηκώνουμε ἀπάνω στὴν καμπούρα μας ὅσοι ζοῦμε μέσα στὴν ἁμαρτωλὴ τὴ Βαβυλῶνα, ποῦ ὅλο γιὰ λευτεριές, λογῆς-λογῆς λευτεριὲς μιλᾶ, πράσινες, κόκκινες, πνευματικές, ὑλικές, μοντέρνες, ὑπαρξιστικές, ἀθεϊστικὲς λευτεριές, λευτεριὰ ποῦ ἀποχτιέται μὲ τὴν ἀπιστία, μὲ τὰ λεφτά, μὲ τὴν ἀποχτήνωση, μὲ τὴν ἀναισθησία, λευτεριὰ μὲ τὶς ψευτιὲς τῆς φιλοσοφίας, λευτεριὰ μὲ τὸ σκλάβωμα στὶς μηχανές, κι ἄλλες τέτοιες λευτεριές...
Ἐγώ, δόξα στὸν Θεό, βρέθηκα σήμερα ἀπάνω σὲ τούτη τὴ γλῶσσα τῆς ξερῆς γῆς, ποῦ τὴν τριγυρίζει ἡ θάλασσα δίχως νὰ τὴ δροσίσει. Τὸ νερὸ ποῦ τὴ γλείφει, τὴν κάνει νὰ φαίνεται πιὸ στεγνή, ἕνας ξέρακας μὲ λιγοστὲς ἀρμυρῆθρες καὶ μὲ κάτι στυφὰ θαλασσάγκαθα, σκληρὰ σὰν νά ’ναὶ σιδερένια. Ὡστόσο, σὲ τοῦτον τὸν στέρφο ρημότοπο βρίσκεται, γιὰ μένα, κεῖνο ποῦ δὲν βρίσκεται στοὺς πράσινους κήπους τῆς πολιτείας, ποῦ μοῦ φαίνουνται σὰν νεκροταφεῖα, σὰν τὶς πρασινάδες ποῦ ἔχουνε τὰ νοσοκομεῖα. Γιὰ μένα, ἡ διψασμένη ἔρημο δροσίζει τὴν ψυχή μου, σὰν νά ’ναὶ γεμάτη ἀπὸ κρύα ποτάμια κι ἀπὸ ὄμορφες βρῦσες. Γιατί ἐδῶ βρίσκω τὴν εἰρήνη, τὴν πολυπόθητη εἰρήνη. Ἡ φτώχεια ποῦ ἔχει τοῦτος ὁ ξερόκαβος, δὲν τραβᾶ τοὺς ἄνθρώπούς, καὶ γι’ αὐτὸ τὸν ἀφήσανε ξεχασμένο, ἀγαπημένο καταφύγιο γιὰ κάποιους χαζοὺς σὰν κ’ ἐμένα. Μιὰ παλιοπαράγκα κοντὰ στὴ θάλασσα, ποῦ κάθεται μέσα ἕνας ψαρᾶς μὲ τὴν γυναῖκα του, ἕνας φοῦρνος σὰν καὶ κείνους ποῦ εἴχανε τὸν καιρὸ τοῦ Νῶε, λίγα χαλάσματα, καὶ κάτι θεμέλια ἀπὸ δύο τρεὶς γκρεμισμένες καλύβες, λίγοι σκοῖνοι, ἕνας γάϊδαρος, ἕνας σκύλος, μιὰ γάτα, λίγες ὄρνιθες, καὶ μιὰ παλιόβαρκα, δεμένη σ’ ἕναν μῶλο, καμωμένον μὲ κάτι παλιόπετρες, νὰ ποιός εἶναι ὁ παράδεισος ὅπου ἦρθα. Ἡ θάλασσα εἶναι πιὸ ἔρημη ἀπὸ τὴ στεριά. Κάτι ξέρες καὶ ρημόνησα εἶναι τὰ φτωχὰ κι ἄγρια στολίδια της.
Ἡσυχία! Δὲν ἀκούγεται τίποτα! Μονάχα τ’ ἀγεράκι φυσᾶ στ’ αὐτιά μου, σὰν νὰ θέλει νὰ μὲ καλωσορίσει. Πῆγα καὶ βρῆκα ἕνα μικρὸ βραχάκι, καὶ κάθησα κοντά του. Τὸ κοίταξα καλά-καλά. Συλλογίστηκα πῶς βρίσκεται ἐκεῖ ποῦ βρίσκεται ἀπὸ τότε ποῦ ἔγινε ὁ κόσμος, κ’ ἴσως κανένας δὲν τὸ εἶδε ποτέ, κανένας δὲν ἦρθε κοντά του. Ἐκεῖ κάθεται ἑκατομμύρια μέρες καὶ νύχτες, πρὶν νὰ πλάσει ὁ Θεὸς τὸν Ἀδάμ, καὶ κάθεται καὶ τώρα, στὶς δικές μας μέρες, τὶς ὧρες ποῦ ἐμεῖς καταγινόμαστε στὶς δουλειές μας, τὶς νύχτες ποῦ κοιμόμαστε, τὸν χειμῶνα ποῦ χιονίζει καὶ τὸ καλοκαίρι ποῦ ψήνει ὁ ἥλιος τὴν πλάση. Καὶ θὰ στέκεται στὸ ἴδιο μέρος σὰν θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτον καὶ θά ’ρθουνε ἄλλοι, κι ἄλλοι, κι ἄλλοι. Κάθησα, λοιπόν, κοντά του, καὶ τὸ κοίταζα σὰν νά ’τανε τὸ πιὸ δυσεύρετο πρᾶγμα ποῦ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καὶ καταλάβαινα, πῶς καὶ κεῖνο ἔνοιωθε πῶς τὸ κοιτάζω, καὶ πῶς τ’ ἀγαπῶ, καὶ πῶς μὲ κοίταζε καὶ μ’ ἄγαποῦσέ καὶ κεῖνο. Κ’ ἔνοιωθα, πῶς μᾶς κοίταζε καὶ τοὺς δυό μας Ἐκεῖνος ποῦ μᾶς ἔπλασε. Κοντὰ στὸ βραχάκι σιγοαφρίζανε τὰ κύματα, μουρμουρίζανε κάποια μυστηριώδη πράγματα. Κάτι φλούδια ἀπὸ χιβάδες καὶ δυό-τρία σουπιοκόκκαλα κειτόντανε ἐκεῖ κοντά, μαζὶ μὲ κάτι μικρὰ κομμάτια ξύλα καὶ ξερόκλαδα, ἀσπρισμένα ἀπὸ τὴν ἀλισάχνη κι ἀπὸ τὸν ἥλιο. Αὐτὰ τὰ τιποτένια πράγματα παίρνανε γιὰ μένα μιὰ σημασία ποῦ δὲν ἔχει κανένα ἀπὸ τὰ σπουδαῖα ἔργα ποῦ φτιάνουνε οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς τέχνες καὶ μὲ τὶς ἐπιστῆμες τους, οἱ φοβερὲς μηχανὲς καὶ τάλλα ποῦ κάνουνε τοὺς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλοίμονο, νὰ χαζεύουνε μπροστά τους. Τοῦτα τὰ ξεχασμένα καὶ καταφρονεμένα πράγματα κινούσανε τὴ σκέψη μου καὶ τὴν καρδιά μου, μὲ φέρνανε κοντὰ στὸν Θεό, στὰ μυστήρια τῆς ζωῆς καὶ μὲ κάνανε νὰ νοιώσω ζωντανὰ τὴν αἰωνιότητα. Ἐνῷ, ὅσα βλέπει κανένας στὶς πολιτεῖες, εἶναι βουβά, δίχως γλῶσσα καὶ κολλοῦνε τὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου στὶς μικρολογίες τοῦ ψεύτικου μηχανικοῦ κόσμου. Ἡσυχία! Σιωπή! Ὦ βλογημένη σιωπή, ποῦ μέσα σὲ σένα ἀκούγω τὶς μυριάδες μυστικὲς φωνὲς τοῦ παντός! Κι ὦ ταραχὴ καὶ βουὴ τῆς πολιτείας, ποῦ μὲ μποδίζεις νὰ ἀκούσω τὴν ὑπερκόσμια αὐτὴ καὶ πολύηχη σιωπή, ποῦ τὴν ἀκούω σὲ τούτη τὴν ἔρημο! Τώρα καταλαβαίνω καλὰ γιατί στὴν ἔρημο ἀκούγανε οἱ ἀσκητὲς τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ καταλαβαίνανε τὰ μυστήρια.
Τὸ μάτι μου πέφτει ἀπάνω σὲ μιὰ ξέρα, σ’ ἕναν βράχο μαῦρον καὶ ἀμίλητον, ποὺ λὲς πὼς μέσα σ’ αὐτὸν βρίσκεται σφαλισμένη κάποια ψυχὴ γερασμένη, ποὺ ἔζησε χιλιάδες χρόνια. Στέκεται μακριά, μέσα στὸ ἔρημο πέλαγο, ὁλομόναχος, ἀζύγωτος, βουβός, ἀδιάφορος. Τὸν κοιτάζω, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει ἄλλο τίποτα στὸν κόσμο, σὰν νά ΄ναὶ αὐτὸς μονάχα, αὐτοκράτορας ἀκατάλυτος. Μυστήριο βαρὺ τὸν σκεπάζει. Κάθεται ἀκούνητος ἀπὸ τότε ποὺ ἐβγῆκε ὁ ἥλιος γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ὁ ἴδιος ὁ ἥλιος βγαίνει καὶ βασιλεύει, χειμωνιάζει καὶ καλοκαιρεύει, κι ἐκεῖνος στέκεται ἀνάλλαχτος. Κοιτάζοντάς τον, φόβος πιάνει τον λιγοζώητον τὸν ἄνθρωπο. Οὐ! Οὐ! Οὐ! Ἄου! Οὐ! Χοῦ! Οὐ! Οὐ! Ἔτσι βουίζει μακριὰ τὸ πέλαγο, τὰ ἀκατάλυτα νερὰ ποὺ σαλεύουνε καὶ πᾶνε κατὰ κεῖ ποὺ τὰ προστάζει Ἐκεῖνος, ποὺ τὰ ἔβγαλε ἀπὸ τὸ χάος τῆς ἀνυπαρξίας. Τὰ κύματα τυλίγουνται καὶ ξετυλίγουνται, ἀνεβοκατεβάζουνε τὶς ἀφρισμένες κεφαλές τους, κι ἔρχουνται καὶ σκορποῦνε ἀπάνω στὴ στεριά. Ὁ ἀφρὸς σκεπάζει τ’ ἀκροθαλάσσι, κολλᾶ ἀπάνω στὶς πέτρες, καὶ κανένα κομμάτι του πετᾶ στὸν ἀγέρα σὰν τουλπάνι, κι ἔρχεται ἀπάνω μου. Κλείνω τὰ μάτια μου, κι ἀκούγω μονάχα τὸν βόγγο τοῦ πελάγου καὶ τὸν ἀκατάπαυστο ρούφουλα. Ἄραγε τί νὰ θέλει νὰ πεῖ, καὶ τὸ λέγει, καὶ τὸ ξαναλέγει, μέρα-νύχτα, γιὰ νὰ τὸ καταλάβω; Ἀνοίγω τὰ μάτια μου, κι ἡ ματιά μου πέφτει ἀπάνω σ’ ἕνα δεντράκι, σ’ ἕνα ἀγριοπρινάρι, ποὺ στέκεται στὴν κορυφή του βραχόβουνου, ποὺ στέκεται ἀπὸ πίσω ἀπὸ τὴν ἔρημη ἀκροθαλασσιά. Καὶ κεῖνο κάθεται ὁλομόναχο, καὶ συλλογίζεται, ἔρημο, ἀζύγωτο. Κανένας δὲν θὰ τὸ κοίταξε στὸν αἰῶνα, κανενὸς ἡ ματιὰ δὲν σταμάτησε ἀπάνω του ποτές. Ἴσως νὰ τὸ κοίταξα ἐγὼ πρῶτος αὐτὸ τὸ ρημοδέντρι, κι ἔγινα ἕνα μ’ αὐτό. Ναί, ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι κεῖνο τὸ δεντράκι.
Ἐσὺ ποὺ διαβάζεις τοῦτα ποὺ γράφω, ἴσως νὰ ποθήσεις νά ‘ρθεις κατὰ τὸ φτωχικὸ λημέρι μου. Μά, καὶ νά ‘ρθεις, θὰ μετανιώσεις καὶ θὰ στενοχωρηθεῖς, ἂν δὲν βλέπουνε τὰ μάτια σου καὶ δὲν ἀκοῦνε τὰ αὐτιά σου καὶ δὲν νιώθει ἡ διάνοιά σου ὅπως ἀκούγω καὶ βλέπω μὲ τὰ δικά μου μάτια, μὲ τὰ δικά μου αὐτιά, κι ὅπως νιώθω μὲ τὴ δική μου διάνοια. Ἂν εἶσαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ καυχιοῦνται γιὰ «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος», δηλαδὴ γιὰ τὰ ἔργα ποὺ κάνει ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, καὶ ποὺ δὲν σκύψανε ποτὲ στὸν ἀπὸ μέσα ἄνθρωπο, δὲν θὰ καταλάβεις τίποτα. Τοὺς τέτοιους ἀνθρώπους τους διώχνει ἡ ἁγιασμένη τούτη ἐρημιά, γιατί δὲν καταλαβαίνουνε τὴ γλῶσσα της, καὶ γι’ αὐτὸ καταγίνουνται μὲ τοὺς πυραύλους καὶ μὲ τὰ τέτοια. Θαρροῦνε πὼς κάτι θὰ καταλάβουνε πηγαίνοντας στὸν Ἄρη, στὸν Κρόνο καὶ στὸν Σείριο. Ἀλίμονο! Ὅποιος δὲν νιώθει τὰ μυστήρια ποὺ τοῦ ξεσκεπάζουνται σὰν ἀπομείνει μοναχός, δὲν θὰ νιώσει τίποτα, ὅπου καὶ νὰ πάγει, ἂς εἶναι καὶ στὸν πιὸ ξωτικὸν καὶ χιλιομακρυσμένον κόσμο. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί».