
(Φωτογραφία εκ του αρχείου του φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα)
Κώστας Μπαλάφας (1920-2011) : «Είναι χώρος όπου οι άνθρωποι κρατούν στα δόντια την παράδοση. Λες και δεν τους γέννησαν μάνες αλλά φύτρωσαν πάνω σε αυτούς τους βράχους. Έχουν δική τους συμπεριφορά, γλώσσα, ημερολόγιο, ωρολόγιο και είναι σε απόλυτη σύνδεση με τις σημαντικότερες μορφές της λαϊκής τέχνης. Και κάτι ακόμα: Ίσως χρωστάμε την ελληνικότητά μας στον μοναχισμό… οι ταπεινοί καλόγεροι καλλιέργησαν τα ελληνικά γράμματα, διάβαζαν παρακλήσεις σε φτωχούς και ανήμπορους καλλιεργώντας ταυτοχρόνως την επανάσταση. Στα μοναστήρια πάρθηκαν οι μεγάλες αποφάσεις και πολλοί μοναχοί θυσιάστηκαν. Γράφει ο Μακρυγιάννης ότι τα μοναστήρια ήταν τα προπύργια της επανάστασής μας. Χωρίς αυτά δεν θα γινόταν επανάσταση κι αν γινόταν δεν θα πετύχαινε. Πήγα αρκετές φορές. Ήθελα προηγουμένως να γνωριστώ μαζί με καλόγερους. Να καταλάβω πώς αισθάνονται το Θεό, να προσεγγίσω αυτή τη βαθιά ριζωμένη στην καρδιά τους πίστη. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο. Χειροδίκησα μαζί τους. Θέλησαν κάποιοι να μου σπάσουν τη μηχανή. Κάποιος που τον φωτογράφισα χωρίς να το καταλάβει μου είπε χαρακτηριστικά: «Σήμερα είναι η γιορτή της αγάπης, αλλιώς θα σε έδερνα!». Με εμπιστεύθηκαν αφού γνωριστήκαμε και τους εξήγησα ότι κάνω αυτή τη δουλειά για να διατηρήσω αυτό που τρώει ο χρόνος και καταστρέφει ο πολιτισμός. Για φαντάσου να είχε φωτογραφική μηχανή ο Μακρυγιάννης, τι θα είχε διασώσει από τον αγώνα!».

Φωτογραφία εκ του αρχείου του φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα
«Κάθε φορά που έφευγα από το Όρος, έφευγα από έναν τόπο που θαρρείς και ήταν από τη φύση του αγιασμένος. Η λαϊκή αρχιτεκτονική, οι λαϊκοί μαστόροι έκαναν το θαύμα τους, έκαναν εκείνα τα κομψοτεχνήματα μ’ έναν απόλυτο σεβασμό προς το περιβάλλον και τον φυσικό χώρο. Οι άνθρωποι που υπηρετήσαν αυτόν το χώρο με την προσευχή και την εργασία τους κατόρθωσαν να κάνουν ένα χώρο συνάντησης, θα ‘λεγε κανείς, του προσωρινού και του ανθρώπινου με το αιώνιο και το άγιο. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή που κάνει ο Σπύρος Μελάς για την ομορφιά του Αγίου Όρους, όταν πρωτοπήγε σε αυτό: «Σαν τι άραγε περισσότερο να ‘χει ο Θεός στον Παράδεισό του από το Άγιον Όρος;».
Τα ταξίδια μου αυτά με βοήθησαν στο πώς είδα την ανθρώπινη απληστία. Είδα οι άνθρωποι εκεί να είναι ευχαριστημένοι με το τίποτα. Αυτή η ακτημοσύνη, το να μην έχει τίποτα ολότελα δικό του κανένας, αυτή η αλληλεγγύη που έχουν μεταξύ τους, τα διακονήματα που με την καρδιά τους κάνουν, τον κόσμο αυτόν που φιλοξενούν με τόση χαρά και με τόση ευχαρίστηση, και όλα αυτά με μια ποιότητα ανθρωπιάς. Εκεί πέρα, λοιπόν, σε μιαν άλλη κοινωνία ανθρώπων… είδα ανθρώπους εντελώς ξεχωριστούς, με δικό τους ημερολόγιο, δικό τους ωράριο, δικό τους γλωσσάρι, δική τους ανθρώπινη συμπεριφορά. Όλα αυτά με αποξένωσαν γενικά από την άλλη ζωή και είδα αυτούς τους ανθρώπους διαφορετικά. Έτσι, λίγο φοβισμένους ανθρώπους, σκιαχτερές φιγούρες, που πιστεύουν βέβαια στο Θεό αλλά και τον φοβούνται. Τους έβλεπα να βγαίνουν από κείνες τις στοές, με σκυμμένο το κεφάλι, χωρίς συζήτηση, γέλιο, χαρά, με μόνη μουσική τη δική τους, την ψαλμωδία. Για ένα λαό είναι σημαντικό το θέμα της μουσικής. Ένας λαός και χωρίς όπλα πολέμησε, ποτέ όμως χωρίς τραγούδια. Και το τραγούδι των καλογήρων ήταν η ψαλμωδία, η βυζαντινή. Αυτή αντηχεί στον τόπο αυτό, στις μονές που φτιάχτηκαν με τέτοια ισορροπία και τέτοιο σεβασμό προς το περιβάλλον και με τόση ωραιότητα και τόση σοφία στη λειτουργικότητα: πού θα είναι η εκκλησία, πού θα είναι η τράπεζα, πού θα είναι οι κοιτώνες τους, όλα αυτά τα στοιχεία με μια σοφία στη δομή των κτηρίων κι εκεί νομίζω πως η ρωμαίικη μαστοράντζα έκανε θαύματα. Αυτά τα κτήρια και αυτός ο κόσμος με μάγεψαν. Φωτογράφισα λοιπόν και τα κτήρια και τους ανθρώπους και χωρίς να είναι άσχετα το ένα με το άλλο. Δεν θα ταίριαζε χωρίς το ράσο να κυκλοφορήσουν άνθρωποι εκεί μέσα. Εμείς ήμασταν ξένοι, παρείσακτοι. Οι άνθρωποι που ήταν δεμένοι με το περιβάλλον ήταν αυτοί οι ίδιοι. Ήταν στο φυσικό τους περίγυρο. Όσο για μένα, ένιωθα ένα δέος, ένα σεβασμό προς το χώρο και το περιβάλλον. Να σκέπτεσαι πού θα πατήσεις, ότι είναι ένας χώρος ιερός».
*Απόσπασμα από το λεύκωμα Κώστας Μπαλάφας. Φωτογραφικό οδοιπορικό στο Άγιον Όρος 1969-2001, εκδ. Αγιορείτικη Φωτοθήκη – Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη, Άγιον Όρος – Αθήνα 2006.