"καὶ πιὸ πέρα ἡ Σαλαμῖνα κ’ ἡ Αἴγινα, κι ὅλο πιὸ πέρα ὅλα φεγγοβολούσαν στὴ λιακάδα..."

 

Η εορτή των ανθέων

«Κ’ οἱ προετοιμασίες τῆς γιορτῆς συνεχίζονταν 

μὲ λιγότερες τώρα συζητήσεις, μὲ περισσότερη σιωπὴ καὶ στόχαση, 

ἴσως καὶ μὲ λιγότερη εὐθυμία- αἰσθητὰ λιγότερη. 

«Ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι» ἔλεγαν μονάχα. 


Ὅμως κάτω ἀπ’ αὐτὴ τὴ θετικὴ σιωπὴ καὶ σοβαρότητα, μάντευες 

πὼς στὴ γιορτὴ θὰ ξεσποῦσε πολλαπλάσια ἡ εὐθυμία. 

Κι ὄχι μόνο τὸ μάντευες, μὰ τό ‘βλεπες κιόλας στὰ μάτια τους 

ἰδίως τὸ λιόγερμα. Ὅταν οἱ ἐργάτες σχόλαγαν ἀπ’ τὴ δουλειά τους, 

τὰ μάτια τους σπιθίζαν μυστικὰ καὶ βαθιά, 

μὰ ὄχι, γι αὐτὸ λιγότερο φλόγινα ὅπως τὴν ὥρα τῆς δύσης 

τὰ τζάμια τῆς συνοικίας, ὅταν τὰ βλέπεις ἀπ’ τὸν κάτω δρόμο, 

μενεξελιά, χρυσᾶ καὶ βυσινιά, καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ρόδινα, 

ρόδινα, τόσο ρόδινα μ’ ἕνα ἄλλο ρόδινο 

σὰ νὰ φωτίζονταν τὰ τζάμια ἀπὸ μέσα 

σὰ νὰ φωτίζονταν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ μέσα 

σὰ νὰ γδυνόταν ἡ ἄνοιξη μέσα στὰ σπίτια 

κι ἀπ’ ὄξω ἐσύ, νά ‘βλεπες πίσω ἀπὸ τὸ τζάμι 

ρόδινο, βαθυρόδινο πότε τὸ στῆθος της 

πότε τὸ χέρι της, τὰ γόνατά της, τὴν κοιλιά της. 


Ὁ καιρός, ὅλο ξαστέρωνε. Βρισκόμασταν 

στὰ μέσα τοῦ Μάη τοῦ ’57 ἤ ’67 (δὲν καλοθυμᾶμαι) 

κ’ ἡ ἀνθισμένη συνοικία, καὶ πιὸ κάτω 

ἡ πολιτεία ὁλάκερη, καὶ πιὸ κάτω 

ἡ θάλασσα τοῦ Φαλήρου, καὶ πιὸ πέρα 

ἡ Σαλαμῖνα κ’ ἡ Αἴγινα, κι ὅλο πιὸ πέρα 

ὅλα φεγγοβολούσαν στὴ λιακάδα 

κ’ οἱ αἰῶνες κ’ οἱ κολυμβητὲς κ’ οἱ γλάροι 

ἀλλάζανε θέσεις καὶ φῶτα, ἀνταλλάζανε 

χειρονομίες καὶ συνήθειες, παίζανε, 

καὶ μὲ μιὰ μόνο βουτιά, μὲ μιὰν ἀνάσα, 

περνοῦσαν πάνω ἢ κάτω ἀπ’ τὰ νησιά. Κι ὅλα τοῦτα 

στὰ τέλη τοῦ Μάη τοῦ ’57 ἤ ’67. Σκεφτεῖτε παραπέρα. 


Κι ὁ Πέτρος ἔπιασε ἀπ’ τὸ μπράτσο τὸ Βασίλη καὶ προχώρησαν 

ἐνῷ ὁ ζευγαρωμένος ἴσκιος τους στὴν ἄσφαλτο 

ἦταν κιόλας ἕνα τετράτροχο ἅρμα τῆς γιορτῆς- 

ἂν ὄχι ἐκεῖνο τῆς Αἰώνιας Νεότητας 

τουλάχιστο τῆς Φιλίας καὶ τῆς Ἑνότητας,- τὸ ἴδιο κάνει. 


Γιατί, ὅπως ἔλεγε πάλι ὁ Βασίλης, κοιτάζοντας τὸν Πέτρο: 

«ἡ φιλία εἶναι ἡ αἰώνια νεότητα 

κι ἂν εἶναι πάντα νέος ὁ ἥλιος, αὐτὸ γίνεται 

γιατί εἶναι φίλος μας, ὁ ἥλιος πιὸ λαμπρός 

πάνω ἀπ’ τὴ συνοικία, τὴν πολιτεία, τὸν κόσμο 

ὅσο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ ’57 ἤ ’67, στὶς 28 τοῦ Μάη. 

Σκεφτεῖτε παραπέρα» 

Γιάννης Ρίτσος  

(Ποιήματα, τ. 3ος, εκδ. Κέδρος)

Δημοφιλείς αναρτήσεις