Μοιρολόϊ τῆς Παναγιᾶς
{Κοπέλα που προσεύχεται - έργο του Απόστολου Γεραλή (1886-1983)}
Μοιρολόϊ τῆς Παναγιᾶς:
Σήμερα μαῦρος Οὐρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα ὅλοι θλίβουνται καὶ τὰ βουνὰ λυποῦνται,
σήμερα ἔβαλαν βουλὴ οἱ ἄνομοι Ὀβραῖοι,
οἱ ἄνομοι καὶ τὰ σκυλιὰ κι οἱ τρισκαταραμένοι
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό, Ἀφέντη Βασιλέα.
Ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ μπεῖ σὲ περιβόλι
νὰ λάβει δεῖπνον μυστικὸν γιὰ νὰ τὸν λάβουν ὅλοι.
Κι ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τὰς προσευχάς της ἔκανε γιὰ τὸ μονογενῆ της.
Φωνή τους ἢρθ’ ἐξ Οὐρανοῦ ἀπ’ Ἀρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οἱ προσευχές, φτάνουνε κι οἱ μετάνοιες,
τὸ γιό σου τὸν ἐπιάσανε καὶ στὸ φονιᾶ τὸν πᾶνε
καὶ στοῦ Πιλάτου τὴν αὐλὴ ἐκεῖ τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά- χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Καὶ κεῖνος ὁ παράνομος βαρεῖ καὶ φτάχνει πέντε.
-Σὺ Φαραέ, ποὺ τά ‘φτιασες πρέπει νὰ μᾶς διδάξεις.
-Βάλε τὰ δυὸ στὰ χέρια του καὶ τ’ ἄλλα δυὸ στὰ πόδια,
τὸ πέμπτο τὸ φαρμακερὸ βάλε το στὴν καρδιά του,
νὰ στάξει αἷμα καὶ νερὸ νὰ λιγωθεῖ ἡ καρδιά του.
Κι’ ἡ Παναγιὰ σὰν τάκουσε ἔπεσε καὶ λιγώθη,
σταμνὶ νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
γιὰ νὰ τῆς ἐρθ’ ὁ λογισμός, γιὰ νὰ τῆς ἔρθει ὁ νοῦς της.
Κι ὅταν τῆς ἠρθ’ ὁ λογισμός, κι ὅταν τῆς ἠρθ’ ὁ νοῦς της,
ζητᾶ μαχαίρι νὰ σφαγεῖ, ζητᾶ φωτιὰ νὰ πέσει,
ζητᾶ γκρεμὸ νὰ γκρεμιστεῖ γιὰ τὸ μονογενῆ της.
-Μὴν σφάζεσαι, Μανούλα μου, δὲν σφάζονται οἱ μανᾶδες
Μὴν καίγεσαι, Μανούλα μου, δὲν καίγονται οἱ μανᾶδες.
Λάβε, κυρὰ μ’ ὑπομονή, λάβε, κυρὰ μ’ ἀνέση.
-Καὶ πῶς νὰ λάβω ὑπομονὴ καὶ πῶς νὰ λάβω ἀνέση,
ποὺ ἔχω γιὸ μονογενῆ καὶ κεῖνον Σταυρωμένον.
Κι ἡ Μάρθα κι ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατί-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μὲς τοῦ ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα του Πιλάτου.
Κι ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Ἀϊγιάννη,
Ἀγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε καὶ βαπτιστή του γιοῦ μου,
μὴν εἶδες τον ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλῶσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιόκας σου καὶ μὲ ὁ δάσκαλός μου!
Κι’ ἡ Παναγιὰ πλησίασε γλυκὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
-Δὲ μοῦ μιλᾶς παιδάκι μου, δὲ μοῦ μιλᾶς παιδί μου;
-Τί νὰ σοῦ πῶ, Μανούλα μου, ποὺ διάφορο δὲν ἔχεις·
μόνο τὸ μέγα-Σάββατο κατὰ τὸ μεσονύχτι,
ποὺ θὰ λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ σημάνουν οἱ καμπάνες,
τότε καὶ σύ, Μανούλα μου, θάχεις χαρὰ μεγάλη!
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ Οὐράνια,
σημαίνει κι’ ἡ Ἅγια Σοφία μὲ τὶς πολλὲς καμπάνες.
Ὅποιος τ’ ἀκούει σώζεται κι’ ὅποιος τὸ λέει ἁγιάζει,
κι’ ὅποιος τὸ καλοφουγκραστεὶ Παράδεισο θὰ λάβει,
Παράδεισο καὶ λίβανο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Τάφο.