Μαγδαληνή
(Αρχείο:Mary Magdalene του John Rogers Herbert.jpg - Wikimedia Commons)
ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
Μὲς σὲ παλάτια, ποὺ σὰ σπήλια ἀντήχαν ἀπ’ τὶς μουσικές
κιι ἀστράβαν ἀπ’ τὰ μέταλλα καὶ τὰ δεμένα φῶτα,
στὰ μάγουλά μου, ποὺ κανεὶς δὲν τὰ εἶδεν ἥλιος, οἱ μοσκιές
γλίστρααν μὲ λάγγεμα πολὺ καὶ τὰ δάγκωναν σὰν ὀχιές·
στὴν κρουσταλλένια μου φωνὴ θαμπὴ ἐγλιστροῦσε νότα.
Στὴν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία ἐγὼ μοὺν ἡ Πηγή :
τοῦ κόρφου μοῦ τ’ ἀμάραντα καὶ μοσκοβόλα κίτρα.
Ὡσὰν τὴ φλόγα τοῦ κορμιοῦ μου ἄλλη δὲ γνώρισεν ἡ Γῆ,
σὰν τῆς ἀγκάλης μου μεστὴ καμιὰ δὲν ὕπαρχε σιγή.
Ὁ ἔρωτάς μου νίκαγε τὴ Ρώμη τὴ νικήτρα...
Σκοτάδια εἴτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι ἀμμουδιά
καὶ στὰ γλυκὰ τὰ χείλια μου πικρὰ πολὺ τὰ γέλια.
Καὶ μοῦ τινάζαν ἄξαφνα τ’ ἀγνώστου φόβοι τὴν καρδιά
καὶ μοῦ κοβόταν ἡ ἀναπνιὰ μὲσ’ σὲ φορέματα φαρδιά-
ἀπ’ τοῦ θριάμβου τὴν κορφὴ μακριὰ βλεπα συντέλεια.
Δὲν ἦταν ἄξαφνη ἀστραψιά. Τοῦτο συνέβη ἀργά, σιγά...
Ὡραῖος δὲν εἴσουν, τίποτα δὲν εἶχες πάνω σου ἄξο !
Κοίταγες χάμου τὰ χαλίκια, ὡς μίλαγες σιγὰ κι ἀργά.
Τὴν τρὶτ’ ἢ τέταρτη φορὰν ἄρχισε ὁ νοῦς μου νὰ ριγά,
κι ὡς σήκωσες τὰ μάτια σου, δὲ βάσταα νὰ κοιτάξω.
Κι ἔνιωσα ὁρμὴ ἀσυγκράτητη στὰ πόδια σου νὰ κυλιστῶ·
Εἶδα νὰ σειέται μέσα μου ψυχὴ παρθένα ὡς τώρα.
Τὴν ἐφτυχιὰ τὴ γνώρισα στὸ δόσιμο χωρὶς μιστό,
τὴ λεφτεριά, στὸ σκλάβωμα σὲ κάποιο ἰδανικὸ σωστό
καὶ τὴν ὑπέρτατ’ ἡδονὴ στὸν πόνον, -ἄξια γνώρα.
Καὶ στοὺς φτωχοὺς μοιράζοντας τὰ ὑπάρχοντά μου (ἀσημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες καὶ παλάτια)
τὰ βήματά σου ἀκλούθησα, ποὺ κι’ ἂν τὰ σβηοῦσε ταχτικά
στὸν ἂμμ’ ὁ ἀγέρας τοῦ βραδιοῦ, σὰ φῶτα μένανε γλυκά
γιὰ πάντα σ’ ἄμμο καὶ ψυχὴ καὶ σ’ ἀκοὲς καὶ μάτια.
Πράματα νέα δὲν ἔλεγες κι’ οὔτε, μὲ λόγια νέα, παλιά.
Ἀπὸ πολλοὺς κι’ ἀπὸ καιροὺς ὅλα ἦταν εἰπωμένα.
Μὰ χὲς τὴ δύναμη ν’ ἀκοῦς τῶν οὐρανῶν τὴ σιγαλιά
κι ὅλα γιὰ σένα (κι ἄψυχα κι’ ἄνθρωποι) διάφανα γιαλιά
καὶ διάφαν’ ἡ καρδιὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ σένα – καὶ γιὰ μένα!
Κανεὶς (καὶ πλήθη καὶ σοφοὶ καὶ μαθητάδες καὶ γονιοί)
δὲν ξάνοιγε τὸ σπαραγμὸ στὰ θάματά σου πίσω
κι’ ἂν πρόσμενες τὸ λυτρωμό σου ἀπὸ τὴν ἄδικη θανή,
ἐγὼ μονάχα τὸ νιωσα, ποὺ ἤμουνα λάσπη καὶ κοινή,
πόσο, Χριστὲ σοὺν ἄνθρωπος! Κι’ ἐγὼ θὰ σ’ ἀναστήσω!
Κώστας Βάρναλης