Παλαιά φωτογραφία με το σκήνωμα του Αγίου Νεκταρίου εκτός των κεκλεισμένων θυρών του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος Πειραιώς, εν αναμονή για το καραβάκι με προορισμό την Αίγινα
Θεωρείται Άγιος της υπομονής, προστάτης φτωχών και αδυνάτων που αναζητούν εργασία.
Γεννήθηκε το έτος 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης και ήταν το 5ο από τα 6 παιδιά φτωχής οικογένειας. Οι γονείς του (ο Δήμος και η Βασιλική Κεφαλά) όταν τον βάπτισαν του έδωσαν το όνομα Αναστάσιος. Λέγεται ότι σε ηλικία 7 ετών αγόρασε χαρτί και έραβε τα φύλλα μεταξύ τους. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, απάντησε: "Θα τα κάνω βιβλίο, για να γράφω τα λόγια του Θεού". Τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο στην πατρίδα του, όμως εκεί δεν υπήρχε σχολείο μέσης εκπαίδευσης και γι' αυτό σε ηλικία 14 ετών αποφάσισε να πάει στη Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε σ' έναν έμπορο καπνών που δεν τον πλήρωνε όπως έπρεπε και είχε μείνει με τρύπια παπούτσια και άθλια ενδύματα. Όταν παρατήρησε ότι ο εργοδότης του έγραφε επιστολές και έπαιρνε απαντήσεις, με το παιδικό μυαλό και την άδολη καρδιά του, θέλησε να γράψει κι αυτός μια επιστολή, γιατί είχε πολλά να πει. Αλλά σε ποιον θα την έγραφε; Δεν γνώριζε κανένα και δεν θα μπορούσε να γράψει στη μητέρα του, γιατί δεν ήθελε να την στεναχωρήσει. Κι όμως αισθανόταν μεγάλη την ανάγκη να γράψει, ήθελε να γράψει για τις συνθήκες της εργασίας του και ότι χρειαζόταν χρήματα για να αγοράσει παπούτσια και ενδύματα. Η ελπίδα που είχε στο Θεό δεν τον εγκατέλειπε ποτέ κι έτσι σκέφτηκε να γράψει μια επιστολή με παραλήπτη το Χριστό, να του αφηγηθεί τα προβλήματά του. Πήρε το μολύβι του και έγραψε: «Χριστούλη μου, δεν έχω παπούτσια και ρούχα. Στείλε μου τα Σε παρακαλώ. Ξέρεις πόσο Σε αγαπώ. Αναστάσιος». Έκλεισε την επιστολή με εμπιστοσύνη και έγραψε στο φάκελο: «Προς Κύριον Ιησού Χριστό στο παράδεισο». Στον δρόμο για το ταχυδρομείο συνάντησε τον ιδιοκτήτη ενός γειτονικού καταστήματος. Ο άνδρας τον συμπαθούσε ιδιαίτερα για τον καλό του χαρακτήρα και την αθωότητα του, γνωρίζοντας μάλιστα τι περνούσε αισθανόταν οίκτο γι' αυτόν. Όταν τον ρώτησε που πηγαίνει, ο Αναστάσιος μουρμούρισε κάτι και κούνησε την επιστολή που κρατούσε στο χέρι του. Ο έμπορος προσφέρθηκε να ταχυδρομήσει εκείνος την επιστολή και ο Αναστάσιος του την έδωσε. Ο έμπορος την πήρε και χτυπώντας ελαφρά τον Αναστάσιο στο κεφάλι του είπε να επιστρέψει πίσω και να μην ανησυχεί. Από περιέργεια ο έμπορος έριξε μία ματιά στον παραλήπτη. Αμέσως η περιέργειά του οξύνθηκε, άνοιξε την επιστολή και την διάβασε. Συντετριμμένος από συγκίνηση, πήρε κάποια χρήματα από την τσέπη του και κατόπιν τα έβαλε σ' έναν φάκελο και τα έστειλε ανώνυμα στο αγόρι. Ο Αναστάσιος γέμισε από χαρά όταν έλαβε την επιστολή και ευχαρίστησε θερμά τον Θεό. Μερικές ημέρες μετά από αυτό, ο εργοδότης του τον είδε καλύτερα ντυμένο και σκέφτηκε ότι πρέπει να του είχε κλέψει χρήματα και άρχισε να τον δέρνει. Αλλά ο έμπορος που τον είχε βοηθήσει με την επιστολή, είδε τον ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και έτσι ζήτησε από τον μικρό Αναστάσιο να δουλέψει κοντά του. H κατάσταση μεταστράφηκε. Άρχισε να εργάζεται στο επιπλοποιείο του, με αποτέλεσμα οι ώρες εργασίας να μειωθούν, να έχει χρόνο για εκκλησιασμό, να εντρυφεί στην Αγία Γραφή, να πηγαίνει σχολείο, ενώ σύντομα η οικογένειά του τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Κάποια στιγμή αποφάσισε να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού προς τα εκεί, ξέσπασε μεγάλη θαλασσοταραχή και κινδύνεψε το πλοίο να βυθιστεί. Ο Άγ. Νεκτάριος βύθισε στη θάλασσα το Σταυρό που κουβαλούσε πάντα μαζί του και η θάλασσα ημέρεψε. Ο Σταυρός όμως χάθηκε και ο Άγιος λυπήθηκε πολύ. Όταν το πλοίο έφτασε σώο στον προορισμό του, ο Σταυρός βρέθηκε κολλημένος στα ύφαλα του πλοίου. Το μετόχι του Παναγίου Τάφου προσέλαβε τον Άγιο και έτσι έμεινε εκεί ως την ηλικία των 20 ετών. Αν και δεν ολοκλήρωσε τη μόρφωσή του, έχοντας πλέον γραμματική και θεολογική γνώση, έλαβε τη θέση του δασκάλου, στο Λιθί της Χίου παραμένοντας στο νησί για 10 χρόνια, μέχρι το 1877. Εκεί αρχικά θα γνωρίσει τον μεγάλο ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη, έναν εύπορο τοπικό άρχοντα, ο οποίος, εξαιτίας ενός περιστατικού που είχε συμβεί κατά τη μεταφορά του Αγίου από τη Σηλυβρία προς την Κωνσταντινούπολη (ένας ανιψιός του Χωρέμη τον βοήθησε να επιβιβαστεί στο πλοίο γιατί δεν είχε χρήματα), τον έθεσε υπό την προστασία του. Ο Άγ. Νεκτάριος όμως είχε αποφασίσει πλέον να αφιερωθεί στον μοναχικό βίο. Το 1876 εκάρη μοναχός με το όνομα Λάζαρος στη Νέα Μονή Χίου και έναν χρόνο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος στο ναό του Αγίου Μηνά στην Χίο από τον Μητροπολίτη Χίου, λαμβάνοντας το όνομα Νεκτάριος. Ο πλούσιος Χιώτης Ιωάννης Χωρέμης αναγνωρίζοντας την ευσέβεια και την ευφυΐα του Αγ. Νεκταρίου τον βοηθά ώστε να πάει στην Αθήνα και να τελειώσει το γυμνάσιο και στη συνέχεια τον στέλνει στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Ο Πατριάρχης αναγνωρίζοντας τις αρετές του Αγ. Νεκταρίου, τον έστειλε και πάλι στην Αθήνα ώστε να σπουδάσει θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αφού πήρε το πτυχίο του το 1885, (το πτυχίο βρίσκεται στον τοίχο του δωματίου του Αγ. Νεκταρίου στην Αίγινα), πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο. Το 1889 χειροτονήθηκε στο Κάιρο, Μητροπολίτης Πενταπόλεως Αιγύπτου. Όμως κάποιοι κακόβουλοι τον κατηγόρησαν ότι ήθελε να πάρει τον θρόνο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και γι' αυτό διώχθηκε άδικα, κατατρέχθηκε και συκοφαντήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Επειδή δεν είχε χρήματα για να τραφεί ζήτησε να τον διορίσουν απλό Ιεροκήρυκα. Αρχικά ο Υπουργός Παιδείας του είπε ότι δεν μπορούσε να τον διορίσει γιατί δεν είχε την Ελληνική υπηκοότητα, όμως μετά από την παρέμβαση κάποιου με το όνομα Μελάς (που έτυχε να δει την λύπη του Αγ. Νεκταρίου όταν έφευγε από το Υπουργείο) πείστηκε ο Υπουργός και τον διόρισαν Ιεροκήρυκα στη Χαλκίδα. Στη συνέχεια Ιεράτευσε στη Χαλκίδα και στη Φθιώτιδα.
Το 1894 διορίστηκε Διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής και το 1898 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και τον γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη (δείτε Ορθόδοξος Συναξαριστής : Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης). Έκτοτε έψαχνε ένα τόπο να στεγάσει ένα μοναστήρι για το τέλος της ζωής του, ένα «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα», όπως έλεγε. Πιο έντονη και ίσως επιτακτική έγινε αυτή η ανάγκη, όταν 4 γυναίκες που ήταν μόνες και συνδέονταν μαζί του, με σχέση πνευματικής καθοδήγησης, θέλησαν να μονάσουν υπό την εποπτεία του. Έτσι τελικά βρήκε στην Αίγινα, (πάνω σ' ένα λόφο στη θέση " Ξάντος ") ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στο οποίο είχε ασκητέψει κατά τους βυζαντινούς χρόνους η Οσία Αθανασία (δείτε Ορθόδοξος Συναξαριστής : Οσία Αθανασία εξ Αιγίνης η Θαυματουργός) και εκεί αποφάσισε να στεγάσει τις 4 μοναχές και άλλες 3 που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το 1904 υπό την καθοδήγησή του, παρότι αυτός ακόμα βρισκόταν στην Ριζάρειο Σχολή.
Το 1908 παραιτήθηκε από τη σχολή για λόγους υγείας, αλλά και γήρατος και αφοσιώθηκε στο μοναστήρι. Η χάρη του και η φήμη διαρκώς μεγάλωνε με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος δωρεών να κατευθύνεται στο μοναστήρι και μέσα σε 4 χρόνια επιτεύχθηκε να μεγαλώσει τόσο, ώστε να χωράει 15 μοναχές. Παρότι ήταν μεγάλος σε ηλικία όταν αποσύρθηκε στην Αίγινα, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται είτε πνευματικά, υπέρ της εκκλησίας, είτε χειρωνακτικά για την διεύρυνση του μοναστηριού. Μάλιστα συνεισέφερε στην ανέγερση νέων κοιτώνων της μονής, στη διάνοιξη δρόμων προς το μοναστήρι, ασχολείτο με την κηπουρική και άλλες χειρωνακτικές εργασίες που τις θεωρούσε τιμή. Πάντα ανέφερε πως καμία εργασία δεν είναι ντροπή, αντιθέτως είναι ευλογία Θεού.Επίσης διέθετε περισσότερο χρόνο για προσευχή κάτι που αγαπούσε, ιδιαίτερα προς την Παναγία, που θεωρούσε μητέρα του, όπως έλεγε. Όμως οι δυσκολίες και οι πίκρες ποτέ δεν έλειψαν. Είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την επαναλειτουργία της μονής και ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος αρνείτο να αναγνωρίσει την μονή, παρά την αρχική συγκατάθεσή του. Αφού τελείωσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Θεόκλητος αποπέμφθηκε (μαζί με τους υπόλοιπους επισκόπους λόγω του αναθέματος στον Βενιζέλο), ο Άγ. Νεκτάριος πίστεψε πως τα πράγματα ίσως εξομαλυνθούν. Η αρχική αισιοδοξία όμως διεκόπη όταν το 1918 κατηγορήθηκε από μητέρα μοναχής για ανηθικότητα. Γρήγορα όμως εξετάσεις και έρευνες του Εισαγγελέα Αθηνών κατέδειξαν το ψεύδος της μητέρας της κόρης, η οποία οικειοθελώς είχε προσχωρήσει στο μοναστήρι. Εξ' αιτίας αυτού του λόγου, αλλά και κληρικών οι οποίοι στο νησί τον φθονούσαν, πιστεύοντας ότι τους παίρνει όλη την «πελατεία» και τον κατηγορούσαν πισώπλατα, ουσιαστικά δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του, την αναγνώριση του Μοναστηριού. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη και στις 9 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ευώδες μύρον έκβλυζε από το πρόσωπό του. Αυθημερόν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, στο Μοναστηράκι του κι εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού. Η είδηση της κοιμήσεώς του κλόνισε από άκρη σε άκρη την Ελλάδα. Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα κατά τα επόμενα χρόνια και για είκοσι και πλέον έτη το σώμα του ήταν σώο και αδιάφθορο. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Το 1961 έγινε η επίσημη αναγνώριση του Αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Επιπλέον δείτε βίντεο (έτους 1961) από την Αγιοκατάταξή του: